Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Παλιά φωτογραφία






















Για χρόνια πριν κυνηγούσε ηλιαχτίδες σε κήπους άφατους.
Τώρα το βλέμμα του σταμάτησε παγωμένο κι ο ψίθυρος
απ' την παλιά φωτογραφία που πήρε απότομα ζωή,
ομίχλη βαριά όπως και τότε.
Έγειρε την πόρτα σιγά μη και ακούσει κανείς,
μη και γλιστρίσει και χαθεί το χάδι απ' τα χείλη της.
Ετούτη η στιγμή ήταν δική του, κατάδική του.
-Έλα αγόρι μου, πού είσαι; Μόνο αυτό και έπειτα σιγή.
Φθινοπωρινό απομεσήμερο. Επέστρεφε σπίτι. Απόσταση ορατή μα τόσο μακρινή για τον μικρό τον μαθητή με τα μικρά τα βήματα. Ένα πουλί μαυροπούλι πετά χαμηλά.
Η κάψα του ήλιου έσβησε ξαφνικά και το ασπράδι τ' ουρανού σκοτείνιασε,
έτσι όπως σκοτεινιάζει η γη όταν τ' αδέλφια μας πέφτουν νεκρά.
Σε λίγο όλος ο πόνος ένα ποτάμι μακρύ πάνω στα βήματά του έγινε.
Γυμνό τοπίο με δένδρα ένα εδώ και τ' άλλο εκεί.
Σ' ένα απ' αυτά επιάστηκε στο χαμηλότερο κλαδί.
Και κει στης ερημιάς το δράμα, εκεί που όλα χάνονται, πάλι η ίδια η φωνή. " Αγόρι μου, που είσαι; "
Ο κεραυνός που έσπασε την ησυχία κι έκανε να τρέμει η καρδιά του δεν ήταν από κει. Ο κτύπος στο πάτωμα απ' τα τακούνια της φίλης του ήταν που τον έκανε να ξυπνήσει.
Οι ηλιαχτίδες τού χάιδεψαν το μάγουλο απαλά. Σηκώθηκε.
Τα δάχτυλά του σχημάτισαν τον αριθμό της ζωής στο καντράν του τηλεφώνου και περίμενε...ώσπου
" Έλα μάνα μου, πώς είσαι; "
Τα βήματά της γινήκανε μικρά πολύ μικρά κι αυτός ο ουρανός που άλλοτε έπαιζε μαζί της και μαζί του τώρα σκοτεινιάζει όλο και πιο συχνά.


ανάγερτος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου