Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Ο σταθμός

















Ασπρόμαυρος σταθμός χωρίς μαγεία και να σκεφτείς που κάποτε, τον έλεγαν ”ο μαγικός σταθμός”.

Πώς η βροχή το χρώμα ξέπλυνε, πώς η χαρά αιμορραγεί στις ριζωμένες ράγες!
Τα γέλια των μικρών παιδιών ανθάκια σ’ αγριόχορτα, μεσ’ στο μνημείο των νεκρών αγωνιστών που στέκει αντίκρυ.
Η ετοιμόρροπη σκεπή του καφενέ που κάποτε ταξιδευτές ξαπόσταινε, ότι απέμεινε.

Εμπορικά βαγόνια με σκούρο πράσινο για χρώμα, όλα του κόσμου τα καλά στα σπλάχνα τους. Κάρβουνο και διαμάντια.
Πώς να ξεχάσεις το φόρτωμα των ζώων! Υπομονής η στάση, πορεία για τα χειμαδιά. Στ’ αυτιά ακόμη αντηχούν τα τρυφερά βελάσματα.
Ήτανε τότε, που των ανθρώπων τα λόγια και οι σκέψεις καθάριες ζύμωναν καρδιά με λογισμό. Ζεστό καρβέλι ζυμωτό, χορός στον ήλιο. Λευκές σαν νύχτες έναστρες, όπως το γάλα που έπηζε γυμνό (μεσ’ στην τσαντήλα), πάνω στα δέντρα του σταθμού χριστουγεννιάτικα στολίδια.
Ήτανε τότε, που τη χαρά της γέννησης στα δέντρα, στα φυτά, στα γελαστά τα πρόσωπα…την ένιωθες. Τότε που γλένταγε η πλάση με τα μικρά, τα γήϊνα, τ’ αληθινά κι όχι με ψεύτικα στολίδια.
Πώς να ξεχάσεις τους εργάτες της γραμμής. Αυλακωμένα πρόσωπα που έσταζαν ζωή.
Τον μπάρμπα-Μήτσο, αγέρωχη μορφή, το κάρο να γεμίζει μ’ όλα τα θάματα της φύσης. Απ’ το βαγόνι μαγαζί στο καφετί το άτι.
Ιεροτελεστία η έλευση στα διπλανά χωριά.
Ήτανε τότε που έπαιζες με τις μέλισσες κι αυτές περήφανα στολίδια κοσμούσαν το κορμί σου.
Δεν υπήρχε φόβος τότε. (Μόνο τη ρουφιανιά φοβόσουνα. Σαράκι πάνω στην πληγή, άσβεστο με τα χρόνια…)
Με δίχως ρεύμα, με δίχως μέσα να σκορπούν τον τρόμο.
Ένα μικρό ραδιόφωνο να παίζει μουσική, λίγες ειδήσεις και παραμύθια ανάκατα με λόγια. Λόγια ν’ αγγίζουν την ψυχή, να στάζει μέλι εντός σου.
Με τρελαντώνη, φόνισσα, της πλώρης μας τα λόγια, ο κόσμος γέμιζε.
Όχι αυτός ο ψεύτικος, ο μέσα κόσμος.

Αλήθεια, γιατί όλα αυτά σήμερα τα θυμήθηκα;
Σήμερα, παραμονές Χριστούγεννα.
Πρέπει εκεί να πάμε; Εκεί και να γυρίσουμε;
Όχι, ο κόσμος τρέχει, προχωρά, αλλάζει. Όλα αλλάζουν άλλωστε…
Μα δεν μπορείς να αρνηθείς τη νοσταλγία.
Να αρνηθείς το λογισμό που σε καλεί και σου φωνάζει…
Τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ;
Πώς έγινε και χάσαμε το όμορφο, τον έρωτα των αστεριών και της ζωής το δρόμο;
Μήπως η ώρα έφτασε; K’ είναι ετούτη η στιγμή, ο χρόνος της ριζικής ανατροπής;

Πρέπει, πιστεύω,
τo λαμπερό, το κίβδηλο, το φοβικό να πεταχτεί στον κάδο.
Να γίνει ανακύκλωση κι απ’ τα σκουπίδια να φτιαχτεί ένας καινούργιος κόσμος. Με μια πνοή, με μια ψυχή αντάξια.
Δίχως το φόβο, όλοι μαζί μια αγκαλιά. Εμείς, τα ζώα, τα φυτά με γνώση χρήσιμη και με καρδιά.
Όλοι μαζί με χρώμα μπόλικο στα χέρια, στα πινέλα, πολύχρωμο και ζωντανό να ντύσουμε.
Της πυροστιάς τ’ ανάθεμα να γράψει ιστορία και ο μαυρόασπρος σταθμός να γίνει πάλι ο μαγικός μας ο αυλός!

Τι λέτε; To μπορούμε;
Εμείς τ’ αποφασίζουμε.

ανάγερτος

2 σχόλια:

  1. Ταξίδι με πήγες πίσω με το τρένο των αναμνήσεων...
    Σου στέλνω κι εγώ ένα άλλο ταξίδι με εικόνες και μουσική, με την ευχή να να βάψουμε πάλι χρωματιστούς τους σταθμούς που ζήσαμε κι αγαπήσαμε...
    Να πάρουν πάλι ζωή όπως και τα όνειρα που έμειναν να περιμένουν ξεχασμένα στις έρημες αποθήκες τους...

    https://www.youtube.com/watch?v=a97-Ayc399o

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ'εβρισκα απομακρο,ωσπου σε διαβασα εδω..

    ΑπάντησηΔιαγραφή