Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Γλυκειά μελαγχολία





















Πάντα μεγάλα για παιχνίδια είχα.
Ήταν και οι καιροί αλλιώς, δεν ήταν καμωμένοι για πράγματα μικρά.
Τα θεωρούσαν κάπως…
Και το ποδήλατο που έμαθα μεγάλο ήτανε κι αυτό. Κορμί γυρτό έξω απ’ τα όρια, πόδια πλεγμένες πεταλιές και χέρια ίσα ν’ αγγίζουν το τιμόνι.
Η κούνια, μεγάλη κι αυτή.
Τριχιά χοντρή στον πλάτανο και ξύλο κωλοκάτσι, ο πάτος απ’ τη σκάφη που ζύμωνε η μάνα. Εκεί χανόμουνα για ώρες μόλις η νύχτα έπεφτε.
Ζάλη γλυκιά, γλυκιά σαν μέθη λογισμού.
Θυμάμαι τα μάτια μου υγρά, όπως η πάχνη που σκέπαζε τα φύλλα, όταν αντάμωνε η ματιά το φως μέσ’ απ’ τ’ αστέρια.
Γλυκιά μελαγχολία σκέπαζε την καρδιά.
Ήτανε τότε που ένιωθα μ’ όλο τον κόσμο να μιλώ.
Κάθε αστέρι μια ψυχή, κάθε αστέρι μια πληγή.
Κι αν πεφταστέρι, ήταν γιατί το φως περίσσευε.
Δε χάνεται το φως, σκορπίζεται.
-“Έλα…η ώρα πέρασε…” Της μάνας η φωνή μέσα στ’ αυτιά μου αντηχεί.
Ίδια όπως και τότε…
Πως πέρασαν τα χρόνια! Τι θύμησες ματώνουν την καρδιά!
Σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Τι κι αν τα παιχνίδια έγιναν μικρά, ο κόσμος ίδιος είναι.
Όλοι μαζί, μια αγκαλιά αστέρια μεσ’ στο δικό τους ουρανό.
Κι αν σύννεφα τον κρύβουνε, δεν είναι για πολύ.
Αύριο πάλι θα 'ναι μεγάλη ξαστεριά…

ανάγερτος


2 σχόλια:

  1. Η κούνια, μεγάλη κι αυτή.
    Τριχιά χοντρή στον πλάτανο και ξύλο κωλοκάτσι, ο πάτος απ’ τη σκάφη που ζύμωνε η μάνα. Εκεί χανόμουνα για ώρες μόλις η νύχτα έπεφτε.

    Πολύ όμορφη και νοσταλγική εικόνα
    Μου αρέσει η γραφή σου ανάγερτε
    φιλί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πραγματικά όμορφο πολύ

    "Ζάλη γλυκιά, γλυκιά σαν μέθη λογισμού"
    έφερε στης ψυχής τα βλέφαρα μπροστά
    την ανάμνηση
    κι έκλεψαν κάτι απο το βάρος της
    η κούνια και τ'αστέρια...
    Κι η φωνή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή