Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Το τελευταίο μπάνιο


Ευθυμογράφημα 
Όταν ήταν μικρή, τη λέγανε Φροσάκι. Τώρα πώς κατάντησε Φροσάρα, ούτε που το κατάλαβε! Η Φροσάρα, που λέτε, κουβαλά νυχθημερόν τα 170 κιλά της και βαρυγκωμεί. Όλο το χειμώνα προσπάθησε να βάλλει λίγο φρένο σ’ αυτή την ακατάπαυστη βουλιμία, αλλά…
Είναι βλέπετε, η οικογένεια, τα παιδιά δηλαδή, που τρώνε το καταπέτασμα, κι έτσι η Φροσάρα όλη τη μέρα στην κουζίνα, δοκίμασε το ένα, δοκίμασε το άλλο, σιγά σιγά από τότε που παντρεύτηκε φούσκωσε σα μπαλόνι.
Είχε δοκιμάσει του κόσμου τις δίαιτες αλλά…
Τέλος πάντων, συνήθισε να τη φωνάζουν Φροσάρα. Μεγαλειώδες. Δηλώνει πυγμή. Φάε το φαΐ σου γιατί θα το φάει η Φροσάρα. Κι Φροσάρα γελάει με ένα γέλιο θαρρείς και θρυμματίζεται κρύσταλλο.
Χτες πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα κάνει μπάνιο στη θάλασσα. Από το διπλανό χωριό, όλο το καλοκαίρι έχουν βάλει πούλμαν για τα μπάνια. Μιάμιση ώρα μακριά η θάλασσα, τίποτα. Πάνε το πρωί και το βραδάκι είναι πάλι πίσω. Χόρτασαν μπάνια τα παιδιά. Η Φροσάρα δεν τόλμησε να μπει στο πούλμαν! Έστελνε τα παιδιά με τη θεια της και τις γειτόνισσες κι αυτή δρόσιζε το κορμί της με το λάστιχο στην αυλή.
Της άρεσε που περνούσε μόνη τα Σαββατοκύριακα. Από χθες όμως την είχε κυριεύσει μια απέραντη νοσταλγία για τη θάλασσα. Αυτό θα ήταν το τελευταίο δρομολόγιο.
Ζύμωσε ένα κιλό κιμά κεφτεδάκια και πρωί- πρωί, πριν ξυπνήσουν οι άλλοι, έβαλε τηγάνι. Έψαξε για κείνα τα παντόφλια που της έφερε μια φίλη της στα γενέθλιά της. Ήταν ασημένια, με χοντρό, μονοκόμματο τακούνι. Πέρασε το καλοκαίρι και δεν τα φόρεσε ούτε μια φορά. Θα τα φορέσει σήμερα. Κοίταξε τα φουσκωμένα της πόδια μέσα στο αστραφτερό ασημί και … μπα, γιατί να μη τα φορέσει, αυτή δε δικαιούται να φορέσει κάτι μοντέρνο; Θέλουν λίγο περιποίηση ίσως οι φτέρνες. Έτσι που αλωνίζει μέσα έξω ξυπόλητη, αυτές δεν είναι φτέρνες. Σαν να τις έκοψες με το μαχαίρι. Πρέπει κάτι να κάνει.
Έβαλε τα πόδια σε μια λεκάνη με ζεστό νερό να μουλιάσουν μπροστά στην τηλεόραση κι έτσι όπως χαλάρωσε, την πήρε ένας γλυκός ύπνος και έφυγε μακριά από γδαρμένες φτέρνες κι ανήσυχες σκέψεις για την εκδρομή.
Μπήκαν στο πούλμαν. Η Φροσάρα κάθισε σε δυο θέσεις, πράγμα που σήμαινε έναν περιπαιχτικό ψίθυρο και ματιές και σκουντήματα όλο νόημα μεταξύ των συνεπιβατών. Γύρω της ξεφύτρωναν φουσκωμένα σωσίβια, βαρκούλες κι ένα σωρό άλλα θαλάσσια αξεσουάρ. Τα παιδιά έδιναν μάχες σώμα με σώμα για να εξασφαλίσουν την ποθητή θέση δίπλα στο παράθυρο. Σωστό πανηγύρι! Δεν την ενοχλούσαν ποτέ οι παιδικές σκανταλιές. Παιδιά είναι! Αν δεν παίξουν τώρα, πότε θα παίξουν; Πολλές φορές μάλιστα έμπαινε κι αυτή στο παιχνίδι και τότε έπεφτε σύρμα σ’ όλη τη γειτονιά «Η Φροσάρα πηδάει σχοινάκι» και μαζεύονταν όλη η τσακαλαρία για να διασκεδάσει. Δεν τη ένοιαζε που γελούσαν τα παιδιά. Της άρεσε να τα βλέπει.
Δίπλα και κάτω, στα πόδια της, ακούμπησε μερικές σακούλες με τις ετοιμασίες για την εκδρομή. Καθώς ο ήλιος τρύπωνε μέσα από το μισοτραβηγμένο κουρτινάκι, της ζέσταινε το πρόσωπο και το λαιμό. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα κύλησαν στις ρυτίδες του ντεκολτέ. Έκλεισε εντελώς την κουρτίνα κι έβγαλε από την τσάντα της μια βεντάλια.
Πώς να περάσει η ώρα;
Ψαχούλεψε τη σακούλα που είχε δίπλα της και πήρε ένα κεφτεδάκι. Έτσι, για τη λιγούρα. Το έβαλε γρήγορα- γρήγορα στο στόμα και το κατάπιε μονομιάς. Μετά από λίγο, δεν τρώω άλλο ένα, σκέφτηκε, κι έτσι η Φροσάρα χωρίς να καταλάβει κανείς, τα θανάτωσε τα κεφτεδάκια. Δεν πειράζει! Λογαριασμό θα τους δώσει; Έτσι κι αλλιώς το είχε κάνει το κουμάντο της. Αβγά βραστά, τυροπιτάκια, λουκάνικα, ζαμπονάκια, πατατοσαλάτα, ντολμαδάκια με κληματόφυλλα και αβγολέμονο. Έχουν να φάνε τα παιδιά.
Της άρεσε η διαδρομή. Μετά τις στροφές βγήκανε στον Διεθνές. Έτσι τον έλεγε η Φροσάρα. «Να καλέ, ο Διεθνές» Κι οι φίλες της έτσι τον ήξεραν. Πέρα, μακριά φάνηκε η θάλασσα. Είχε πολύ καιρό να ταξιδέψει. Προτιμούσε να μένει μόνη στο σπίτι προφασιζόμενη διάφορες δουλειές κι ας λαχταρούσαν να δουν τα ματάκια της. Σήμερα, όμως…
Ο οδηγός πάρκαρε το λεωφορείο κάτω από τα παχύσκιωτα πλατάνια, πίσω από αμέτρητα λεωφορεία άλλης προέλευσης, έδεσε με δύναμη το χειρόφρενο και με ύφος πυγμαλίωνα σηκώθηκε από τη θέση του για να κάνει τις καθιερωμένες ανακοινώσεις για το που θα φάνε, που θα κάνουν μπάνιο για καλύτερα, να μην ξεχάσουν το χαρακτηριστικό που έχει το δικό τους πούλμαν – μια κίτρινη γραμμή κάτω από τα παράθυρα.
Ξεχύθηκαν στην παραλία με αλαλαγμούς και επιφωνήματα. Εδώ, εδώ, κοντά στην ακροθαλασσιά. Όχι καλέ. Εδώ είναι καλύτερα. Ελάτε εδώ, στο δεντράκι. Να ‘χουμε και σκιά το μεσημέρι να ρίξουμε κι έναν υπνάκο.
Κι ακολούθησε και η Φροσάρα την παρέα. Το είχε ήδη μετανιώσει. Τι δουλειά είχε αυτή εδώ; Γιατί δεν καθόταν σπιτάκι της;
Άνοιξε το τσαντί της. Να και η ομπρέλα. «Βαθιά, βάλτην βαθιά να μη σηκωθεί κανένας αέρας και την ψάχνουμε!» Η Φροσάρα κοιτούσε τον κόσμο που βουτούσε στο δροσερό νερό και δίσταζε.
«Έλα.» την παρακίνησε μια φίλη της. Προχώρησε με δυσκολία πάνω στην καυτή άμμο. Φορούσε μια κελεμπία γιατί μαγιό δεν υπήρχε στο νούμερό της. Κάθισε στην ακροθαλασσιά κι έβρεξε τα πόδια της χαζεύοντας τους συχωριανούς της που πλατσούριζαν χαρούμενοι. Μόνο στα ρηχά. Γονάτιζαν, βουτούσαν λίγο στο νερό κι έπειτα στέκονταν όρθιοι με τα χέρια στη μέση σα να περίμεναν τον Αη Γιάννη τον Πρόδρομο να τους ξαναβαφτίσει. Μια μυρωδιά της ήρθε από τσίπουρο. Δίπλα της καθόταν ένας χαμογελαστός μουστακαλής παππούς. Ποιος ξέρει πόσα ποτηράκια έτσουξε από το πρωί!
Σηκώθηκε και περπατώντας μέσα στο νερό, πλησίασε μια παρέα που ήταν ιδιαίτερα εύθυμη, να πει κι αυτή καμιά κουβέντα. Έμεινε πολλή ώρα όρθια, με το κυματάκι να της γλείφει τις γάμπες. Όπως έκανε όμως το μακροβούτι του ένας πιτσιρικάς, μην υπολογίζοντας σωστά έπεσε πάνω της. Η Φροσάρα έχασε την ισορροπία της και έπεσε στη θάλασσα. Ένας μεγάλος πίδακας νερού πετάχτηκε με το εκτόπισμά της κι η Φροσάρα βρέθηκε με το κεφάλι μέσα και τα πόδια έξω από το νερό.
«Βοηθήστε καλέ, τη γυναίκα, δεν μπορεί να σηκωθεί».
Τέτοιο ρεζίλεμα δεν το περίμενε. Τρεις άντρες τη σηκώσανε και τη βγάλανε μισολιπόθυμη στην ακτή. Ε, αυτό πήγαινε πολύ. Να κοντέψει να πνιγεί στα ρηχά! Έριχνε πλάγιες ματιές γύρω της. Οι περισσότεροι γελούσαν απολαμβάνοντας τη θέα της χοντρής ξαπλωμένης στην αμμουδιά. «Πότε το ξέβρασε αυτό το κήτος η θάλασσα;» Το πικρό χιούμορ της εφηβείας!
Μετά το συμβάν η Φροσάρα έχασε τελείως το κέφι της. Δεν ήθελε να συγχωρέσει τον εαυτό της. Σε λίγο όμως εξάντλησε με τη σκέψη της όλες τις υπερασπιστικές θεωρίες για τους χοντρούς, ξάπλωσε κάτω από τον ίσκιο του πεύκου της και γύρισε τα οπίσθιά της στον κόσμο που τόσο γέλασε μαζί της. Σκεπάστηκε με μια μεγάλη πετσέτα και πόσο γλυκά ήρθε ο ύπνος μαζί με τις φωνές των παιδιών, το ρυθμικό παφλασμό του κύματος και το αρμυρό αεράκι του Σεπτέμβρη!
Λίγο πιο πέρα, ένα πιτσιρίκι εντυπωσιασμένο από τη λαμέ παντόφλα της Φροσάρας έσκαψε μ’ αυτήν λακκούβες στην άμμο κι έπειτα ως εκκολαπτόμενος νεκροθάφτης, έθαψε την παντόφλα βαθιά, πολύ βαθιά, να μην τη βρει η Φροσάρα ποτέ ξανά.
Το λεωφορείο κορνάριζε ώρα πολλή περιμένοντάς την κι όλοι μαζί από τα παράθυρα αγωνιούσαν βλέποντάς την να ψάχνει στην παραλία για την παντόφλα.
«Μήπως θέλεις να βάλεις τα βατραχοπέδιλά μου;» τη ρώτησε πονηρά ο μεγάλος της γιος που διασκέδαζε το πάθημα της μάνας του.
Την παντόφλα δεν τη βρήκε.
Με ύφος σοβαρό πήρε τη μία μοναδική που της είχε μείνει και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια.
Ανέβηκε ξυπόλητη στο λεωφορείο ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στη θάλασσα.
«Φύγε», είπε στον οδηγό και κάθισε στις δυο μπροστινές θέσεις της.


hana

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου