Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Η πείνα
















“......-Ω, κάντε μου τη χάρη να μου δώσετε ένα κόκκαλο για το σκύλο μου! ένα κόκκαλο φτάνει, δεν είναι ανάγκη να’ χει και κρέας έτσι, μόνο και μόνο για να’ χει τίποτα στο στόμα του και να μη γκρινιάζει.
Μου δώσανε ένα κόκκαλο, ένα πολύτιμο μικρό κοκαλάκι, που μάλιστα είχε και λιγάκι κρέας επάνω, το πήρα και τόκρυψα αποκάτω απ΄ το σακάκι μου. Ευχαρίστησα το χασάπη τόσο θερμά, όπου γύρισε και με κοίταξε σαστισμένος.
-Μπα, τίποτε! είπε.
-Ω, μην το λέτε αυτό, μουρμούρισα, είναι πολύ ευγενικό αυτό πού μου κάματε.
Κι έφυγα, η καρδιά μου πήγαινε να κρεπάρει.
Χώθηκα σ’ ένα δρομάκο και τράβηξα όσο μπορούσα μακριά. Σταμάτησα μπροστά σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα σε μια μάντρα. Φώς δεν έβλεπα πουθενά, ήμουν κρυμμένος σ’ ένα ευλογημένο σκοτάδι,  έβγαλα το κόκαλό  μου κι άρχισα να το γλύφω.
Ήτανε όλως διόλου άνοστο, έβγαινε όμως μια βαριά μυρουδιά από μπαγιάτικο αίμα, που μούφερνε αναγούλα και ξέρασα στη στιγμή. Δοκίμασα πάλι, μόνο να κατάφερνα να το κρατήσω μέσα μου κι αμέσως θάφερνε τ’ άποτελεσματά του. Το ζήτημα ήτανε να καταφέρω να κατακάτσει μέσα μου. Μα ξαναξέρασα πάλι. Φουρκίστηκα, θύμωσα με το κρέας, ξέσκισα με τα δόντια μου ένα κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι. Μα και πάλι δε βγήκε τίποτα, μόλις φτάνανε στο στομάχι μου τα ξεφτιδάκια το κρέας, ανέβαιναν αμέσως πάλι στον καταπότη μου. Έσφιξα σαν παλαβός τη γροθιά μου, ξέσπασα σ’  ένα απελπισμένο απ΄ την ανημποριά μου κλάμα, και δάγκασα το κόκκαλο σαν τρελός.
Εκλαιγα τόσο, που το κόκκαλο μουσκέφτηκε και βρωμίστηκε πια από τα δάκρυα, ξέρασα,
βλαστήμησα και δάγκασα ξανά, κι έκλαιγα έτσι, που πήγαινε να μου φύγει η καρδιά. Και ξερνούσα πίσω πάλι και καταριόμουν φωνάζοντας δυνατά, κι έστελνα όλες τις δυνάμεις του κόσμου στην αιώνια κόλαση. Σιγαλιά. Ούτε ένας άνθρωπος γύρω, ούτε ένα φώς ούτε ένας θόρυβος.   Είχα φτάσει στον πιο άγριο παροξυσμό. Αγκομαχούσα βαριά και έκλαιγα τρίζοντας τα δόντια μου κάθε φορά πού έβγανα τα κομματάκια κείνα το κρέας, πού ίσως θα με θρέφανε λίγο αν τα κρατούσα μέσα μου. Σαν είδα πια πώς όσο κι αν προσπαθούσα ήταν ανώφελο, έδωσα μιά και σφεντόνισα το κόκκαλο πάνω στην πόρτα. Και τότε, μέσα σε μιά τρικυμία μίσος, μέσα σε πέλαγο λύσσας, σήκωσα τα χέρια μου απειλητικά κατά τον ουρανό, τα δάχτυλά μου συσπασμένα σα νύχια άγριου γύπα, και με μιά βραχνή και πνιγμένη φωνή, κραύγασα το όνομα του θεού φοβερίζοντας...”

Κνουτ  Χαμσούν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου