Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ - Ιστορικό Μυθιστόρημα


ΠΕΡΙΛΗΨΗ



              Το γεφύρι του Δρίνου είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ένα βαλκανικό χρονικό τεσσάρων αιώνων Ιστορίας, τεσσάρων θρησκειών και τριών εθνοτήτων που μοιράζονται τον ίδιο τόπο, την πόλη Βίσιεγκραντ στη Βοσνία.         

Στο  Βίσιεγκραντ, στο μέρος όπου ο Δρίνος ξεχύνεται καταπράσινος κι αφρισμένος μέσα από το φράγμα των σκοτεινών κι απότομων βουνών, στέκεται ορθό ένα μεγάλο καλοπελεκημένο πέτρινο γεφύρι με τις έντεκα φαρδιές καμάρες του.

Μέσα από το πέρασμα των αιώνων, πολλοί οι θρύλοι που συνοδεύουν την ιστορία της κατασκευής του. Ανάλογα με τη θρησκευτική ταυτότητα των κατοίκων φτιάχτηκαν και οι δοξασίες που ερμηνεύουν φαινόμενα και γεγονότα που συνέβησαν κατά τη θεμελίωσή του.
Η ιδέα για το χτίσιμο του γεφυριού ανήκε στον Μεχμέτ Πασά Σόκολι, γενίτσαρο, που θέλησε μ’αυτό τον τρόπο να δέσει για πάντα τη Βοσνία με την Ανατολή, δηλ. τον τόπο καταγωγής του με τους τόπους που έζησε.
Το  χτίσιμο του γεφυριού αναστάτωσε τη ζωή των κατοίκων της περιοχής και των Χριστιανών Ραγιάδων αλλά και των ίδιων των Μουσουλμάνων μια και δούλευαν όλοι υποχρεωτικά σαν σκλάβοι κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Ο Ράντισαβ, ένας Χριστιανός Μαυροβούνιος που θεωρούσε υποτιμητικό να εργάζεται κάτω από απάνθρωπες συνθήκες υπονόμευσε τις εργασίες κι οργάνωσε αντίσταση κατά του Αμπίνταγκα, έμπιστου του Βεζύρη, ο οποίος είχε και την ευθύνη για το χτίσιμο του γεφυριού. Τον συνέλαβαν όμως να γκρεμίζει τη νύχτα ό,τι χτίζανε τη μέρα και τον θανάτωσαν παραδειγματικά σουβλίζοντάς τον. Οι Σέρβοι κατάφεραν να εξαγοράσουν τον Δήμιό του και να θάψουν τον Ράντισαβ Χριστιανικά.
Όταν ο Μεχμέτ Πασάς έμαθε πως για 2 χρόνια διακόσιοι – τριακόσιοι  μεροκαματιάρηδες δούλευαν χωρίς να πληρώνονται και πως ο Αμπίνταγκα κράταγε τα χρήματά τους για λογαριασμό του, τον ανάγκασε να τα επιστρέψει και να φύγει για την Ανατολία και όσο μακρύτερα μπορούσε και διόρισε τον Μαστρ-Αντόνιγε από τη Δαλματία για να διευθύνει το έργο. Ο νέος έμπιστος του Βεζύρη ήταν ο Αρίφμπεης.
Οι συνθήκες εργασίας συνέχισαν να είναι δύσκολες αλλά τώρα τουλάχιστον οι εργάτες πληρωνόντουσαν. Ο μαστρο-Αντόνιγε έχτισε κι ένα χάνι σαν επέκταση του γεφυριού και όλο το έργο δυσκόλεψε πολύ τους ντόπιους οι οποίοι για χρόνια έβλεπαν μονάχα ξύλινα δοκάρια και ένα αλλόκοτο μπερδεμένο πλέγμα από κορμούς πεύκων και σανίδες.
Το έργο τέλειωσε το 1571 και όλοι το θαύμασαν και το χάρηκαν εγκαινιάζοντάς το με γιορταστικές εκδηλώσεις. Ο Μεχμέτ Πασάς όμως δεν κατάφερε να δει το έργο που ονειρεύτηκε τελειωμένο γιατί δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του. Όμως τα πανέμορφα κτίσματα στο Δρίνο άρχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εμπόριο και στις συγκοινωνίες στο Βίσιεγκραντ.κι αν και φθαρτό, όπως όλα τα πράγματα, το γεφύρι έμοιαζε να’χει ζωή αιώνια, γιατί κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει το τέλος του.
Μετά από εκατό χρόνια και με τη φυγή των Τούρκων από την Ουγγαρία, μαζί με όλα τα άλλα που έμειναν έξω από τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χάθηκε και η περιουσία του βακουφιού πού συντηρούσε το καραβάν σεράι στο Βίσιεγκραντ. Ο Νταούτ Χότζα, ο μουτεβελής του χανιού, έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει το χάνι αλλά ήταν φυσικό ένας Χότζας μιας μικρής πόλης να μην μπορέσει να κρατήσει αυτό που ένας Βεζύρης έστησε. Έτσι μετά το θάνατο του Νταούτ Χότζα το χάνι άρχισε να χαλάει με γρήγορο ρυθμό.
Ένα γεγονός που συντάραξε την πόλη ήταν η μεγάλη πλημμύρα του ποταμού που ξεσπίτωσε πολλούς ανθρώπους απ’όλα τα θρησκεύματα και ένωσε έστω για ένα βράδυ τους Ραγιάδες και τους Τούρκους. Το γεφύρι χάθηκε μέσα στα νερά του ποταμού για να εμφανιστεί πάλι ανέπαφο κι ολόιδιο όπως ήταν.
Η επανάσταση που ξέσπασε στις αρχές του περασμένου αιώνα στη Σερβία ήταν φυσικό να θορυβήσει και τους κατοίκους του Βίσιεγκραντ. Οι Σέρβοι παρακαλούσαν το Θεό οι φλόγες του λυτρωμού ν’απλωθούν και δώθε, ενώ οι Τούρκοι παρακαλούσαν το Θεό να τις σταματήσει χωρίς να φανερώνουν όμως τους κρυφούς τους πόθους κι όταν συναντιόντουσαν χαιρετούσε ο ένας τον άλλο ανταλλάσσοντας τυπικά τις γνωστές καθημερινές λέξεις του παζαριού όσο για να κρατούν την επαφή. Οι Τούρκοι ήταν ευχαριστημένοι που η αναστάτωση ξεμάκρυνε ενώ οι Σέρβοι έμειναν πικραμένοι κι απογοητευμένοι, έχοντας όμως μέσα τους την ελπίδα, ‘ αυτή τη μεγάλη δύναμη των ταπεινωμένων ’.
Το γεφύρι ενώνει το πασαλίκι της Βοσνίας με τη Σερβία. Εδώ ο στρατός έστησε μια ξύλινη παράγκα να το φυλάει κι έτσι η ομορφιά της Πύλης χάθηκε κάτω απ’την απάνθρωπη και ποτισμένη με αίμα παράγκα. Όταν τα πράγματα ησύχασαν και στα σύνορα και στη Σερβία, η παράγκα ήταν άχρηστη. Δεν την κατέστρεψε κανένας άλλος παρά μια φωτιά που άναψε τυχαία κι έτσι η Πύλη ξανάγινε για την πόλη αυτό που ήταν πάντα από τα χρόνια τα παλιά.
Όταν στα μισά του 19ου  αιώνα ο Σουλτάνος κι ο Τσάρος της Ρωσίας κανόνισαν τα σύνορα της Σερβίας το γεφύρι του Βίσιεγκραντ ανήκε πλέον στη Σερβία και 30 χρόνια αργότερα όταν οι Τούρκοι έπρεπε ν’αδειάσουν και τις τελευταίες πόλεις τους στη Σερβία το γεφύρι ξεχείλησε από τη θλιβερή πομπή των προσφύγων του Ούζιτσε. Αλλά και όταν η πανούκλα κι η χολέρα μάστιζε το Σαράγιεβο η ζωή στην Πύλη άλλαζε όψη. Ερήμωνε και μόνο οι λίγοι ζεπτιέδες της φρουράς σταματούσαν τους ταξιδιώτες και τους διέταζαν να γυρίσουν πίσω.
Δεν ήταν μονάχα οι πόλεμοι, οι επιδημίες και τα μπουλούκια των ανθρώπων που χαρακτήριζαν τη ζωή στην Πύλη. Ένα γεγονός που έμεινε στην ιστορία του γεφυριού ήταν η αυτοκτονία της Φάτα, μιας Τουρκάλας που προτίμησε να πέσει στα νερά του ποταμού παρά να ζήσει στο πλευρό ενός άντρα που δε θεωρούσε πως της άξιζε.
Αρχές καλοκαιριού του 1878 πέρασαν από την πόλη μονάδες του τακτικού τουρκικού στρατού πηγαίνοντας από το Σαράγιεβο στο Πρίμποι. Ο κόσμος άρχισε να υποψιάζεται πως ο Σουλτάνος θα παραδώσει τη Βοσνία χωρίς αντίσταση. Ο μουφτής που στέλνει ο Σουλτάνος για να οργανώσει αντίσταση κατά των Αυστριακών βρίσκει σθεναρή αντίσταση στα σχέδιά του από τους κατοίκους της πόλης και σοβαρό αντίλογο από τον Αλή Χότζα. Η αντιπαράθεση του Αλή Χότζα κορυφώνεται με τον Οσμάν Εφέντη Καραμανλίγια ο οποίος και διατάζει να καρφωθεί ο Αλή Χότζα απ΄το αυτί πάνω στο ξύλινο δοκάρι που βρισκόταν στην Πύλη του Γεφυριού. Εκεί τον βρήκαν οι Αυστριακοί όταν κατέλαβαν την πόλη και τον έσωσαν. Τότε συνηδητοποίησε πως η διακήρυξη των Αυστριακών άνοιξε ένα χάσμα αφού το γεφύρι δε δένει πια τις δυο όχθες κι ο καθένας θα μείνει για πάντα στην πλευρά που βρέθηκε τη στιγμή εκείνη.
Η είσοδος του Αυστριακού στρατού την επόμενη μέρα έγινε μέσα σ’ένα κλίμα φόβου και βουβαμάρας. Ο φόβος παντού και πάνω απ’όλα. Οι Αυστριακοί κατακτητές φοβούνται τις ενέδρες. Οι Τούρκοι τους Αυστριακούς,οι Σέρβοι και οι Αυστριακοί τους Τούρκους και οι Εβραίοι όλους και όλα. Οι προύχοντες που εκπροσωπούν τις 3 θρησκείες υποδέχονται το νέο διοικητή κι όταν αντικρύζουν το πολεμόχαρο πρόσωπό του, τους κυριεύει απογοήτευση και αγωνία για το μέλλον.
Πριν περάσει ο πρώτος χρόνος της κατοχής άρχισαν να καταφθάνουν στην πόλη διάφοροι υπάλληλοι, τεχνίτες και ειδικοί για διάφορες δουλειές και τέχνες που μέχρι τώρα ήταν άγνωστες. Κι ήταν απ’όλες τις φυλές: Τσέχοι, Πολωνοί, Κροάτες, Ούγγροι, Γερμανοί. Οι ντόπιοι τους έβλεπαν έκπληκτοι να θέλουν με επιμονή και ζήλο να εκτελέσουν ακατανόητα και περίεργα σχέδια για ν’αλλάξουν και ξεθεμελιώσουν τα πάντα. Την όψη της πόλης και τις συνήθειες των ανθρώπων κι όλα αυτά χωρίς βία και καταπίεση ώστε να μην έχει κανείς λόγο να διαμαρτυρηθεί. Σέρβοι και Τούρκοι συνέχιζαν να ζουν με τις δικές τους συνήθειες. Ξεχωρίζει ο Σιέμπσιμπεγκ Μπράντοβιτς, Τούρκος μπέης ο οποίος αρνείται το νέο τρόπο ζωής και προσπαθεί να κρατήσει την οικογένειά του μακριά από τους νεωτερισμούς εμπνέοντας στους ντόπιους το σεβασμό.
Όλα άλλαξαν γρήγορα κι η πόλη πήρε άλλη όψη. Οι ξένοι έκτισαν καινούργια κτίρια, γκρέμισαν παλιά, χάραξαν νέους δρόμους, ξερίζωσαν δέντρα, φύτεψαν αλλού. Οι ντόπιοι δεν εκτιμούν αυτές τις αλλαγές. Θα προτιμούσαν την πολιτεία τους όμοια με όλες τις πολίχνες της Ανατολής.
Οι αλλαγές ήταν φυσικό να επηρεάσουν και την όψη του γεφυριού. Μαζί με το μόνιμο φωτισμό της πόλης με τα φανάρια πετρελαίου αρχικά, φωτίστηκε και το γεφύρι, καθαρίστηκε και απέκτησε νυχτερινή ζωή περισσότερο ζωηρή μιας και οι παρέες στέκονταν περισσότερο για να διασκεδάσουν και για να στοχαστούν. Τώρα για πρώτη φορά αφότου χτίστηκε το γεφύρι πάτησαν το πόδι τους οι γυναίκες στην Πύλη όχι για να προσπεράσουν βιαστικά, μα για να στήσουν κουβέντα μεταξύ τους όπως και με όλους τους πολίτες.
Με το γεφύρι όμως έδεσε το νήμα της ζωής και της μοίρας του ο κυρ Μίλαν Γκλασιντσιάνιν απ’το Όκλιτσε. Δεινός χαρτοπαίχτης και έρμαιο του πάθους του, λένε πως πέρασε μια ολόκληρη νύχτα πάνω στην Πύλη ποντάροντας ακόμα και την ίδια του τη ζωή για να ξεφύγει εκ θαύματος από το ολέθριο πάθος του. Εκεί που ο Μίλαν έχασε την περιουσία του και λυτρώθηκε απ’την αρρώστια της χαρτοπαιξίας, εκεί στο ίδιο σημείο ένας άλλος, ο Μπούκους βρήκε ένα χρυσό δουκάτο απ’τα χαμένα του Μίλαν για να κολλήσει αυτός πλέον την αρρώστια.
Τον τέταρτο χρόνο της κατοχής η καινούργια εξουσία έφερε την υποχρεωτική θητεία στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Αυτό δημιούργησε μεγάλη αναταραχή ειδικά στους Τούρκους.
Ένα ακόμη γεγονός που άγγιξε τους ανθρώπους της πολιτείας ήταν και η σκληρή μοίρα του νεαρού στρατιώτη Γκρεγκόρ Φέντουν που πλήρωσε με τη ζωή του μερικές στιγμές ανοιξιάτικης τρέλας πάνω στην Πύλη όταν μαγεμένος από το βλέμμα μιας Τουρκάλας άφησε να διαφύγει ο Γιάκοβ Τσιέγκρλιγια, γνωστός λήσταρχος που κρυβόταν κοντά στο Βίσιεγκραντ.
Όταν ήρθε διαταγή να καταταγούν στο στρατό οι πρώτοι νέοι, επικράτησε θρήνος και οδυρμός. Οι γυναίκες κραυγάζοντας ικέτευαν τους χωροφύλακες ν’αφήσουν τα παιδιά τους αδιαφορώντας για τις εξηγήσεις που τους έδιναν πως απλά θα υπηρετήσουν τον Αυτοκράτορα στη Βιέννη και πως εκεί θα καλοπερνούν. Μόνο όταν άρχισαν να φτάνουν τα πρώτα γράμματα με τις φωτογραφίες όλα έγιναν πιο εύκολα και υποφερτά. Σε λίγο τα αποσπάσματα των Στράιφκορ έφυγαν απ’την πόλη. Σκοπιά στην Πύλη έπαψε πια να βγαίνει και δυο χρόνια αργότερα όλα κυλούσαν σαν τον παλιό καιρό.
Το τελευταίο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα ήταν μια από τις λίγες και σύντομες περιόδους ηρεμίας στις σχέσεις ανθρώπων και κρατών. Ο κόσμος είχε δουλειά και χρήματα και ένοιωθε ασφαλής. Οι καινούργιες αρχές έδιναν την εντύπωση της σταθερότητας και της διάρκειας. Σιγά – σιγά οι ντόπιοι συνήθιζαν τους ξένους και ιδιαίτερα οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι είχαν αρχίσει να μοιάζουν όλο και πιο πολύ στους ξένους που κουβάλησε εδώ η κατοχή. Πολλοί ξένοι παντρεύτηκαν αποφασισμένοι να μη φύγουν ποτέ. Ο καινούργιος τρόπος ζωής γεννούσε ένα σωρό αμφιβολίες, βουβές κρυφές, όσο κι αν όλα φαινόντουσαν να λειτουργούν ομαλά. Το χαρακτηριστικό της εποχής είναι η ευμάρεια και ο πλούτος των κατοίκων γεγονός που έκανε τους πολίτες να χαίρονται τις πολυτέλειες που αποκτούσαν.
Τότε ήταν που χτίστηκε και το « Ξενοδοχείο της Λότικα » όπως έμεινε στην ιστορία αν και το είχαν ονομάσει « Ξενοδοχείο στο Γεφύρι ». Η Λότικα ήταν η ψυχή του μαγαζιού μια γυναίκα που ήξερε και να διαχειρίζεται σωστά τα οικονομικά του ξενοδοχείου βοηθώντας πολλούς που είχαν ανάγκη. Στο ξενοδοχείο δεν γίνονται δεκτοί όσοι με τη συμπεριφορά τους ξεπερνούν τα όρια. Αυτοί πετιούνται έξω και μπορούν να καταλήξουν στο καπηλειό του Ζάριγιε. Εκεί το περιβάλλον είναι περισσότερο λαικό και λίγα χρόνια μετά την αυστριακή κατοχή ο κόσμος συνήθισε και τον ερχομό ξένων μουζικάντιδων, πεχλιβάνιδων και ταχυδακτυλουργών. Χαρακτηριστική φιγούρα του καπηλειού την εποχή αυτή είναι ο Σάλκο. Πληγωμένος από την απόρριψη της αγαπημένης του γίνεται ο περίγελος των θαμώνων του καπηλειού κι ένα πρωινό μετά από νυχτερινό ξεφάντωμα τον βλέπουν τα σχολιαρόπαιδα μισομεθυσμένο να τρεκλίζει πάνω στο γεφύρι.
Τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα ήταν χρόνια δίχως μεγάλες συγκινήσεις και σπουδαία γεγονότα εκτός από τη δολοφονία της αυτοκράτειρας που έγινε αφορμή για συζητήσεις που όμως δεν κράτησαν πολύ.
Το 1900 ήρθαν νέοι μηχανικοί και άρχισαν να επεμβαίνουν και να τσιμεντώνουν το γεφύρι. Αυτό όπως ήταν φυσικό γέννησε πάλι αρνητικά συναισθήματα στους περισσότερους κατοίκους. Ειδικά ο Αλή Χότζα έφερνε ξεχασμένες ιστορίες για το πόσο ανίερο είναι να επεμβαίνουμε σε έργα όπως το γεφύρι. Εντωμεταξύ τελείωσε και το υδραγωγείο και ξεκίνησε κι η σιδηροδρομική γραμμή. Το έργο τελείωσε μετά από 4 χρόνια και το κόστος του ( 74.000.000 ) έφερε σε οικονομικό αδιέξοδο πολλούς από τους νεόπλουτους ντόπιους που ξαφνικά ξέπεσαν λόγω της μεγάλης ακρίβειας των αγαθών σε σχέση με τα χαμηλά μεροκάματα. Με την εγκαινίαση της γραμμής του τρένου που έγινε από τη δεξιά μεριά του Δρίνου η αριστερή όχθη και το γεφύρι νέκρωσαν.
Η ζωή άλλαξε πάλι, μέχρι να τη συνηθίσουν έβλεπαν τη μηχανή ως ένα ύπουλο, σβέλτο, διαόλου πράμα των παλιο – Αυστριακών, όπως έλεγε ο Αλή Χότζα, αλλά γρήγορα μπήκε στη ζωή τους για να την κάνει πιο βολική και ευχάριστη.
Το 1908 έφερε αναταραχή μεγάλη. Ακούστηκε πρώτη φορά η λέξη “ σοσιαλισμός ” και “ απεργία ”. Κόμματα ιδρύθηκαν στο Σαράγεβο και παραρτήματά τους στο Βίσιεγκραντ. Έγινε σημαντικό το πώς σκέφτεται και τι λέει ο καθένας και όχι το πώς δουλεύει. Κι άρχισαν και οι διώξεις. Τότε ο στρατός που ήρθε πάλι έκανε μια τρύπα στο μέσον του γεφυριού την οποία γέμισε με εκρηκτικά για να μπορεί ν’ανατιναχτεί όποια στιγμή έκρινε ο διοικητής πως έπρεπε να γίνει.
Μπορεί η ένταση που έμεινε γνωστή ως η “ κρίση της προσάρτησης ” να χαλάρωσε και να βρέθηκε η ειρηνική λύση όμως πολλές αλλαγές που είχε προκαλέσει η κρίση έμειναν. Μετά τη χρονιά αυτή άνοιξαν 2 τράπεζες, μια Σερβική και η άλλη Μουσουλμανική. Η ακρίβεια αναγκάζει τους πολίτες να δανείζονται συνεχώς και γενικά το κλίμα που επικρατεί στην οικονομία είναι πολύ άσχημο.
Ακολουθούν οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912 και 1913 με τις νίκες των Σέρβων. Αν και οι μάχες έγιναν μακριά, τα γεγονότα έφεραν αναταραχή στις ψυχές των Σέρβων και των Μουσουλμάνων με εντελώς αντίθετα συναισθήματα. Οι νέες γραμμές των συνόρων ανησυχούν και δυσαρεστούν τους Μουσουλμάνους. Οι Σέρβοι τις δέχονται με υπέρμετρη ικανοποίηση που δεν κρύβουν ούτε στην καθημερινότητά τους. Ειδικά η νέα γενιά ονειρεύεται πλέον το μέλλον και την ελευθερία με πάθος.
Τώρα ανάμεσα στους νέους γίνονται πολιτικές ζυμώσεις, συζητήσεις και προβληματισμοί, μανιφέστα, οράματα,προκαταλήψεις, νέες ιδεολογίες. Όλα αυτά γαλουχούν τη νέα γενιά. Σε γενικές γραμμές δυο είναι τα ρεύματα. Οι Σέρβοι επιθυμούν ένα κράτος όπου η ιδέα του έθνους θα θριαμβεύσει πάνω στις θρησκευτικές διαφορές με βάση την ισότητα των διάφορων φύλων, την ανεξιθρησκεία και τα ίσα δικαιώματα των πολιτών ενώ οι Μουσουλμάνοι κρατούν μια παθητική στάση απέναντι σ’αυτές τις ιδέες θεωρώντας πως η νέα εποχή που οραματίζονται οι Σέρβοι δεν ταιριάζει με τη ζωή και τις ανάγκες τους. Είναι περισσότερο συντηρητικοί. Πολλές φορές οι αντιπαραθέσεις οξύνονται και ανεβαίνουν οι τόνοι. Οι διαφωνίες είναι δυνατές και δημιουργούν μίση μεταξύ τους.
Το Ξενοδοχείο της Λότικα παρακμάζει μπροστά στον ανταγωνισμό των νέων μαγαζιών που άνοιξαν στην πόλη και προσφέρουν ψυχαγωγία στους πολίτες. Η άλλοτε οικονομικά δυνατή Λότικα δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα και βλέπει μέρα με τη μέρα την οικονομική καταστροφή χωρίς να μπορεί ν’αναστρέψει αυτή την κατάσταση.
Το καλοκαίρι του 1914 ήταν πολύ ευνοικό για την καρποφορία της περιοχής. Όλοι περίμεναν με κρυφή χαρά να δρέψουν τους καρπούς για ν’ανακουφιστούν από τα χρέη τους.
Στην πόλη έχει έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα που φωτίζει πλέον τους δρόμους. Η ζωή συνεχίζεται με ήρεμους ρυθμούς, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ονειρεύονται το μέλλον με μια αδιόρατη θλίψη και γίνονται οι πρώτες σκέψεις για μετανάστευση στην Αμερική.
Όλα όμως έμελλε ν’αλλάξουν εκείνο το καλοκαίρι. Στις 28 Ιουνίου η πόλη γιόρταζε την επέτειο της μάχης του Κόσοβο Πόλιε όπου καταλύθηκε το βασίλειο των Σέρβων από τους Τούρκους. Τότε εμφανίστηκαν κάποιοι χωροφύλακες κι άρχισαν οι συλλήψεις των Σέρβων. Αφορμή ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Φράντς Φέρντιναντ και της γυναίκας του. Από τη μέρα εκείνη η σκοπιά έμεινε στο γεφύρι, η πόλη γέμισε στρατιώτες, ενισχύθηκαν τα στρατιωτικά μέτρα στα σύνορα και παντού κυριαρχεί ο φόβος για καινούργιες συλλήψεις Σέρβων και ύποπτων περαστικών. Φόβος που επιβεβαιώνεται αργότερα αφού όλοι μοιράστηκαν στα δυο. Απ’τη μια μεριά οι κυνηγοί κι απ’την άλλη τα θηράματα. Οι στρατιωτικές αρχές έδειχναν το πιο σκληρό τους πρόσωπο και οι εκτελέσεις των Σέρβων σε δημόσια θέα άρχισαν να θορυβούν και ν’αναστατώνουν ακόμη και τον Αλή Χότζα.
Δέκα μέρες βομβαρδίστηκε η πόλη, όσοι πρόλαβαν να φύγουν άφησαν πίσω τους την καρδιά μαζί με τις περιουσίες τους. Δέκα μέρες βομβαρδίστηκε και το γεφύρι, που όμως έμεινε και πάλι κάτασπρο, στέρεο κι απείραχτο, όπως ήταν πάντα.
Όσοι έμεναν στο κέντρο της πόλης αναγκάστηκαν να ανεβούν σε άλλους πιο μακρινούς μαχαλάδες κοντά σε γνωστούς και συγγενείς. Οι Τούρκοι πήγαιναν σε τούρκικα σπίτια κι οι « μαγαρισμένοι » Σέρβοι σε σέρβικα. Δεν τους ένωνε πια η αλληλεγγύη μπροστά σε κοινούς κινδύνους και συμφορές όπως άλλοτε. Τούτη την ώρα που κονταροχτυπιούνται δυο πυροβολαρχίες χριστιανικές μεταξύ τους ( Σέρβοι και Αυστριακοί ) στα σπίτια των Μουσουλμάνων ξύπνησαν, αν και σε εποχή παράταιρη, παμπάλαια πολεμοχαρή ένστικτα. Από τότε που η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε τους τόπους αυτούς οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να ξεσπιτωθούν πολλές φορές μια και δεν ανέχονταν να είναι υπό την εξουσία των Χριστιανών. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τα γεγονότα παρά μόνο ως το θέλημα του Αλλάχ.
Από την άλλη στα σπίτια των Σέρβων δεν υπάρχουν ούτε παράπονα για το παρελθόν, ούτε φόβοι για το μέλλον. Μονάχα ο τρόμος και η αγωνία για το σήμερα.
Κάτω από τις οβίδες που γκρέμιζαν σπίτια κι η Λότιγκα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το βομβαρδισμένο ξενοδοχείο της. Η γυναίκα που με την ισχυρή προσωπικότητα ενίσχυε την οικογένειά της για τριάντα χρόνια δεν άντεξε και έπαθε νευρικό κλονισμό.
Όταν αποτραβήχτηκαν τα τελευταία Αυστριακά τμήματα όλα στην πόλη έμοιαζαν πεθαμένα. Και δεν είχε ξημερώσει.
Χαράματα βρήκαν οι χωροφύλακες τον Αλή Χότζα να ανοίγει το μαγαζί του και παρόλο που τον αγρίεψαν και τον πρόσταξαν να το κλείσει γρήγορα, εκείνος χώθηκε μέσα κι έμεινε και συλλογιόταν μέσα στη μοναξιά του.
Ξαφνικά η σιωπή τσακίζεται και γίνεται μονομιάς χαλασμός κι ορυμαγδός. Ο Χότζας χάνει τις αισθήσεις του. Όταν συνέρχεται και καταφέρνει να ξεμπλεχτεί από τα πράγματα, που πέφτοντας απ’τα ράφια του είχαν έρθει στο κεφάλι, αντικρύζει στη μέση του μαγαζιού του μια πέτρα γεμάτη πόρους, άσπρη, γυαλιστερή και πελεκημένη.
Λίγο αργότερα αντικρύζει και το πληγωμένο γεφύρι το κομμένο στα δυο, άγρια κι απάνθρωπα.
Συντετριμμένος παίρνει το δρόμο για το σπίτι του πλημμυρισμένος με σκέψεις και πόνο, κι αφήνει την τελευταία του πνοή.
Όλα μπορούν να συμβούν, έλεγε. Ένα όμως δεν μπορεί. Δε γίνεται να λείψουν από παντού και για πάντα οι σπουδαίοι και σοφοί άνθρωποι με τη μεγάλη ψυχή που για την αγάπη του Θεού θα στήνουν κτίσματα στέρεα κι αιώνια για να γίνει η γη πιο όμορφη κι ο άνθρωπος να ζει πάνω της ευκολότερα και καλύτερα. Αν λείψουν αυτοί, τότε κι η αγάπη του Θεού θα σβήσει, θα χαθεί απ’τον κόσμο. Αυτό όμως δε γίνεται.









 ΙΒO  ΑΝΤΡΙΤΣ( 1892 – 1975 )


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου