Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

“ Ο Κήπος του Ανάγερτου ”




Το πρώτο μου βιβλίο

Eίπα και γω τις σκέψεις μου να τις φωλιάσω κάπου. Πήρα λοιπόν τη μοναξιά, τη λησμονιά, τον έρωτα, το πάθος για τη λευτεριά κι έφτιαξα κήπο από χαρτί να κουβαλώ και να υμνώ τα πάθη μου και τη ζωή μου. “Ο Κήπος του Ανάγερτου”, έτσι την είπα την ψυχή μου.




( Για αγορά με αντικαταβολή ή online παραγγελία κάντε διπλό κλικ στην εικόνα )

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Χαμηλώνω τα μάτια






















Χαμένοι
Απεγνωσμένα ψάχνουμε αυτό που δίπλα μας πεθαίνει
Τα όνειρα στους υγρούς δρόμους υψώνουν χέρια
προτού χαθούν στον σκοτεινό υπόνομο
Η ομορφιά της ζωής δεν είναι εκεί που κοιτάς
Η ομορφιά της ζωής είναι εκεί που πατάς
Εγώ απόψε χαμηλώνω τα μάτια…


ανάγερτος

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Πανσέληνος






















Πανσέληνος
Περίεργο συναίσθημα
Του σκότους η Ανατολή
Ματιού λοβός συνείδησης
Ο αστροπάτης βασιλιάς
Των ναυτικών ο στεναγμός
Του έρωτα περιβολή
Της πείνας το καρβέλι
Των προδομένων διδαχή
Πανσέληνος
Ανάθεμα
Των πεινασμένων σύνθημα
Πανσέληνος
Περίεργο
Τι όμορφο συναίσθημα!

ανάγερτος

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Ρωτάς γιατί το βλέμμα!






















Ρωτάς γιατί το βλέμμα!
Mα,
Ίδιο στον πόνο με την κραυγή των τυφλών
σαν με κοιτάς
Δε βλέπεις  που τα μάτια μου δε συναντάνε τα δικά σου;
Οι ερωτευμένοι για να μη χαθούν
Μόνο να αγκαλιάζονται πρέπει
Μόνο να αγκαλιάζονται

ανάγερτος


Άναρθρες λέξεις






















Ορφάνεψαν οι λέξεις
Σε “χρόνια” στόματα
Για χρόνια
Τη ρίζα τους δεν πότισε
Κανείς
Επί τύμβων σπονδές
Συνεχίζουν ως άναρθρες

Του τυμβωρύχου οι κραυγές
Λέξεις γυμνές ασέβαστες

Αλήθεια
Τώρα που γίνατε σκιές
Με σιγουριά μπορώ να πω
Όλα στου ψεύδους το βωμό!

ανάγερτος

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Εσύ είσαι η ζωή!
























Αν η ζωή κρύβει εκπλήξεις, εσύ γιατί κρύβεσαι;
Εσύ είσαι η ζωή!
Εσύ κρύβεις την έκπληξη!

Όνειρο είμαστε,
μια αστραπή λίγο πριν πέσει το σκοτάδι
Ας το μοιράσουμε λοιπόν
Αυτό το φως σε όλους μας ανήκει.

ανάγερτος

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αρκεί να ξέρεις…

























Να κοιτάς δε λέω, να κοιτάς
Για μέρες, για μήνες, για χρόνια
Αρκεί όταν εμένα θα κοιτάξεις,
να ξέρεις να μου πεις 
τι είναι αυτό που είδες.

ανάγερτος


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Να διασχίζω

painting Pascal Chove























Να έχει καιρό
Να ταξιδεύω θέλω μ’ όλες τις θάλασσες
Αγκαλιά με την ορφάνια των ματιών σου
να διασχίζω τις γραμμές του θριάμβου…


ανάγερτος

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Τι θα μείνει;























Τι θα μείνει όταν σβήσουν τα φώτα;
Το πριν ή το μετά;
Υπάρχουν χέρια να σηκώσουν την άγκυρα;
Να κλείσουν τους αρμούς της λήθης;
Τα μάτια κοιτάζουν τη θάλασσα
κι ένα δάκρυ κυλάει στο κύμα
Βαθυπράσινο, ξενιτεμένο μπλέ
Των παιδιών σου…

ανάγερτος


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Καλή Χρονιά!!!



























Αφήνω πίσω  όσα δεν μπόρεσα

όσα με πίκραναν, όσα φοβήθηκα

Να κυνηγήσω θέλω, αυτό που έχασα

Ίσως να είναι και ο λόγος που ζω.


ανάγερτος


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Καλά Χριστούγεννα!
























Απ’ τον λυγμό της ερημιάς γεννήθηκε το φως

για να θυμίζει πως,

σ’ αυτή τη γη ήρθες για να ανθίζεις.


ανάγερτος


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Προσπάθησε...
























Προσπάθησε να δώσεις όραμα σ’ αυτούς που σε πιστεύουν,
σ’ αυτούς που έχουν όνειρα υγρά.
Δεν υπάρχει πιο θλιβερό τοπίο από τα δέντρα που ξεράθηκαν!

ανάγερτος


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Λευκή αγάπη






















Αγάπη
Χρώμα δε βλέπεις
Μήτε μυρίζεις κάρβουνο,
μανόλια ανθισμένη
Πάλλευκη μόνο γίνεσαι
στα χέρια που σε νοιώθουν

Στο κάθε τι
Τα μάτια μου, τα χέρια μου
και Συ
λευκή σαν περιστέρι


ανάγερτος

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Παραδομένες ώρες























Κρυοσταλάζει απόψε η μοναξιά
Ξέψυχη λιμνοθάλασσα
υγρή κι ακίνητη
Παραδομένες ώρες,
πόση βροχή μπορεί να κουβαλά μια λέξη;
πόσο βυθό μπορεί να κρύβει το ρυάκι του ήλιου;
Πέστε μου!

Μου χάρισες το γυμνό της ψυχής σου
σαν όνειρο που κοιμόταν στο βλέμμα
κι εγώ
με τ’ όνομά σου έντυσα τη μνήμη μου
Θέλω να μείνεις θαλάσσιο φέγγος στη μέρα μου
Να ακραγγίζεις και να στραγγίζεις ζωή μέσα στα χείλη μου
Θέλω στις καταιγίδες μου λάμψεις ατέλειωτες να δίνεις
Κι αν τύχει να χαθείς θέλω,
τα ρούχα που σου χάρισα να τα κρατήσεις
Μέσα στον κήπο σου, σε μια γωνιά
Ρόδα θα γίνουν
Άρωμα
Να ομορφαίνουν τη ζωή σου
Αγάπη μου!

ανάγερτος


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Άγγιξέ με































Σ’ ακούω,
είσαι τόσο κοντά που σ’ ακούω
Σε βλέπω να,
στο υγρό των ματιών σου
προσπαθεί να σβήσει ο πόθος
Εσύ που μαγνητίζεις τη σκέψη
και κάνεις την καρδιά τρεμάμενο χέρι
που ικετεύει τη θύελλα,
ήρθες σαν φως
κι έγινες φλόγα αγάπη μου
Σε νοιώθω να,
είσαι τόσο κοντά που σε νοιώθω
Άγγιξέ με

ανάγερτος


Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Άστεγη νύχτα






















Άστεγη νύχτα

σ' ένα κορμί

λοιμοκτονείς απόψε

Σ' ανήλιους κύκλους

φορεσιά

όλο το φως 

και δυο στίχοι μόνο

όλο το μπλε που απέμεινε

για να θυμίζει

Εσένα.

ανάγερτος


Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Μου λείπεις






















Ήταν κάποτε ένα κλαδί,
όπως τόσα και τόσα κλαδιά μεγάλα και μικρά
που δεν τα δίνεις σημασία και
ένας έρωτας υγρός μέχρι τις άκρες των δακτύλων

Στην αυλή μου καθόμουνα
κάτω απ’ τη μεγάλη στενοχώρια του ήλιου
Δεν μπορεί
Αν όχι εμένα τουλάχιστον τα ταξίδια μου έλεγα
όταν μου φανερώθηκες

Στα χαμηλά και στα ψηλά
δε σπαρταράνε τα κλαδιά
μου είπες
αν μέσα ρέει έρωτας
Οι εποχές για μας είναι στο αίμα μας

Δεν ακούγονται πια παρά μονάχα τα φύλλα
που αγκαλιάζουν τα κλαδιά στα δέντρα
και κάποια έρημα πεσμένα
δίπλα μου και πάνω μου

Χρυσοφέγγιστο φύλλο μου

Μου λείπεις


ανάγερτος


Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Λίγο πριν ξημερώσει






















Ρώτησε η νύχτα

Μπορείς;

Μπορείς να σκεπάσεις με μυρτιές,

 με φιλιά και με χάδια

την απόσταση στο χρόνο;

Και ήτανε λίγο πριν ξημερώσει

που ήρθανε όλα τόσο κοντά

Ανάσες

Σώματα

Θάνατος


ανάγερτος


Η Δίκη ( Απόσπασμα )


























Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: «Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σ' αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ούτ' εγώ μπορώ να την αντέξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να 'ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεχτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει το θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρορωτήματα, σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: «Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να παιδιαρίζει και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν' αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πόρτα. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θανατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν' ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. «Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;» ρωτά ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος...» «Όλοι μάχονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;» Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει: «Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω».


Φράντς Κάφκα 

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Λάθος πατέρα

















Ήτανε τότε
που η ελπίδα μίλαγε
με πρόσωπα πολλά
Κι έχει κι αυτό πώς να το πω,
αυτό που σε ναρκώνει παιδί μου
Λάθος πατέρα
Ο μύθος της ύπνωσης γεννιέται
απ’ την αδυναμία να ονειρευτείς
Είναι κρίμα να κοροϊδεύεις και μένα



ανάγερτος

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Πηγαίνω ονειρεύοντας δρόμους






















Πηγαίνω ονειρεύοντας δρόμους το απόγευμα
Οι λόφοι χρυσοί, το πράσινο των πεύκων,
οι σκονισμένες βελανιδιές!...
Πού πάει ο δρόμος;
Πηγαίνω τραγουδώντας, ταξιδεύοντας
κατά μήκος της διαδρομής…
-Το απόγευμα πέφτει αργά-
‘Μες στην καρδιά είχα το αγκάθι ενός πάθους
Κατάφερα και το έβγαλα μια μέρα,
και τώρα δεν μπορώ να νιώσω την καρδιά’

Κι ο τόπος όλος μια στιγμή μένει
βουβός και ζοφερός να συλλογιέται
Ηχεί ο αέρας ανάμεσα στις λεύκες στο ποτάμι

Πιο σκοτεινό τώρα το απόγευμα, κι ο δρόμος που έρπει
και ίσα που ασπρίζει, θολώνει και εξαφανίζεται

Το τραγούδι μου επιστρέφει σε θρήνο:
‘Οξύ αγκάθι χρυσαφένιο,
Αχ να μπορούσα να σε νιώσω
Μπηγμένο στην καρδιά’


Antonio Machado

(ελεύθερη απόδοση: Μαρία Θεοφιλάκου)


Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Στις δέκα στράτες

paint by Lesley Oldaker
























Στις δέκα στράτες αδελφέ μου

Εκεί θα αγαπήσουμε τον κόσμο

Δεν είναι δα μακριά  οι δέκα στράτες

Μακριά είναι τα κομμένα πόδια

Που κουβαλά ο κόσμος


ανάγερτος


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Κατάλαβα…

art Eva Antonini


























Αυτό που τόσο καιρό προσπαθούσες να μου πεις…
Το κατάλαβα, όταν βρήκα τον εαυτό μου…

 Ό καθένας έχει έναν δικό του δρόμο για την ευτυχία…
Το κατάλαβα, όταν χάραξα τον δικό μου δρόμο…

Μόνο βιώνοντάς την μαθαίνεις την ζωή…
Και όχι με διαβάσματα, ακούσματα και βιβλία…
Κατάλαβα, γιατί αρνιόσουν να μου πεις πολλά…

Το ότι ήταν μάταιη η κάθε μέρα που περνούσε χωρίς αγάπη στην καρδιά…
Το κατάλαβα, όταν σε είδα να τρέχεις ξυπόλυτη, αναζητώντας την αγάπη…

Το ότι όταν ο πόνος φτάνει στο απώγειό του παύουν τα δάκρυα…
Το κατάλαβα, όταν σε είδα να έχεις παύσει να κλαις…

Το ότι να κάνεις κάποιον που κλαίει να γελάσει είναι πολυτιμότερο… από το να κλαις με αυτόν που κλαίει…
Το κατάλαβα, όταν μετέτρεψες το κλάμα μου σε γέλιο καρδιακό…

Όλοι μπορούν να σε πληγώσουν αλλά… όχι όσο το πρόσωπο που αγαπάς…
Το κατάλαβα, όταν με πόνεσες πολύ…

Αλλά, το ότι τα αξίζει τα δάκρυα αυτός που αγαπάς…
Το κατάλαβα, όταν μαζί με τα δάκρυα με εγκατέλειψαν και οι χαρές….

Η αξία δεν ήταν στο να μην πεις ψέματα…
Αλλά στο να μην κρύψεις την αλήθεια…
Το κατάλαβα, όταν το χέρι μου άγγιξε την καρδιά σου…

Στο να μπορέσεις να πεις ‘σε έχω ανάγκη, έλα’ ήταν το θάρρος…
Το κατάλαβα, όταν σου είπα ‘φύγε’…

Στο να πεις ‘θέλω να μείνω’ ήταν η αγάπη…
Το κατάλαβα, όταν μου είπαν ‘φύγε’ και έφυγα…

Η αγάπη μου για σένα ήταν ένα κακομαθημένο παιδί…
Που κάθε που έμενε μακριά από αγκαλιά έκλαιγε γοερά…
Το κατάλαβα, όταν μεγάλωσα… και με αγκάλιασες…

Στο να πεις ‘συγχώρα με’ θρηνώντας ήταν η μετάνοια…
Και όχι σε ένα απλό ‘συγγνώμη’…
Το κατάλαβα, όταν μετάνιωσα…

Και η υπερηφάνεια… ήταν το προσωπείο των αδυνάτων…
Σε αυτούς που αγαπούν δεν υπάρχει υπερηφάνεια…
Το κατάλαβα, όταν έζησα την αγάπη στην καρδιά μου…

Αυτός που αγαπάει μέχρι θανάτου δεν περιμένει…
Παρά μόνο ελπίζει ότι θα συγχωρεθεί…
Το κατάλαβα, όταν μέχρι θανάτου πόθησα να με συγχωρέσεις…

Λένε πως η αγάπη είναι μόχθος…
Και ο μόχθος είναι να αγαπάς χωρίς να παραιτείσαι…
Αλλά και τόσο… όσο να μένει ελεύθερος ο άλλος…


Τζαν Γιουτζέλ