Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανοητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανοητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

Η Μαριονέτα


 Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μαριονέτα
φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή,
ίσως δε θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι αλλά σίγουρα
θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτά που αξίζουν
αλλά γι' αυτά που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πολύ,
γιατί κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια
χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φωτός.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα
όταν οι άλλοι κοιμόντουσαν, θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν
και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωής δε θα άφηνα να περάσει
ούτε μια μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ,
ότι τους αγαπώ.
Θα έκανα κάθε άντρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι
αγαπημένοι μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν
ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν χωρίς να καταλαβαίνουν
ότι γερνούν αν πάψουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει.
Στους γέρους θα έδειχνα πως το θάνατο δε τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από τους ανθρώπους...
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού,
χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο
με τον οποίο κατεβαίνεις την απότομη πλαγιά.
Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει για πρώτη φορά
το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες
να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που μας μένει
μόνο το σήμερα θα ηθελα να σου πω πόσο σ´αγαπώ
και ότι ποτέ δε θα σε ξεχάσω...
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.
Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία μέρα
που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.
Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο
δεν έρθει ποτέ θα μετανοιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δε βρήκες
χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν απασχολημένος
για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ
τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο
να τους πεις " συγνώμη ", " συγχώρεσέ με ", " σε παρακαλώ ", " ευχαριστώ "
κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Αν δεν το κάνεις σήμερα θα είναι όπως χθες κι αν δεν το κάνεις
ποτέ δεν πειράζει. Ξεκίνα να κάνεις πράξη τα όνειρά σου.
Τώρα είναι η ώρα.

Johnny Welch ( Γραμμένο για τη μαριονέτα του Mofles )

Το έγραψα για τα απλά και δυνατά του νοήματα, μα πιο πολύ για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Το ποίημα αυτό μέχρι και σήμερα εμφανίζεται ως " η αποχαιρετιστήρια επιστολή " του νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές.


Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Η Δίκη ( Απόσπασμα )


























Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: «Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σ' αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ούτ' εγώ μπορώ να την αντέξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να 'ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεχτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει το θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρορωτήματα, σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: «Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να παιδιαρίζει και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν' αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πόρτα. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θανατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν' ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. «Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;» ρωτά ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος...» «Όλοι μάχονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;» Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει: «Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω».


Φράντς Κάφκα 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!




















Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιγνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
-Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
Μα ο ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο* και δεν αποκρίθηκε.
'Οταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
-Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.
-'Οχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
-Νυστάζεις;
-'Οχι.
-Μήτε εγώ. Ας καθήσουμε στα χοχλάδια, έχω κάτι να σε ρωτήσω.
'Ημασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης, ο ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας, έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμπωση ώρα σώπαινε. 'Ενας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στώμα ανοιχτό, σα να τά 'βλεπε για πρώτη φορά.
-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκηνιμένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκριθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορουσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
'Ομοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; 'Αμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
-Καναβάρο ! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
-Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί. Στράφηκε πάλι σε μένα
-Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχώμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές θάχεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί, τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε, αχ, να μπορούσα να του δινα μια απόκριση!
'Ενιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη, μά κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι 'ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας. τ' αλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει, το γευόμαστε, τρώγεται, το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου. Από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. 'Ηθελα να πω: Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση, μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
-Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
-...Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. 'Αλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρούν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: "Θεός". 'Αλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: Μου αρέσει.
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα. Βασανίζουνταν να καταλάβει.
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο, τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. 'Ομως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσι. 'Οχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
-'Οχι, δε θ' απλώσω εγώ στο χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!
Δε μιλούσα. στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες Ναι! στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου ελέφτερη βούληση -αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
-Καλήνύχτα, αφεντικό, είπε φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να 'ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα. Ενιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. 'Εβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω. 'Ο,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξυμέρωνε.


Ν. Καζαντζάκης

(Ο Βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά-Απόσπασμα.
Η μαντάμ Ορτάνς -που είναι ένα από τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος επειδή ήταν συνδεδεμένη με τον Ζορμπά- έχει πεθάνει και ο συγγραφέας με τον Ζορμπά επιστρέφουν από την κηδεία της. Ο παπαγάλος ανήκε στην Μαντάμ Ορτάνς που τον αγαπούσε ιδιαίτερα)


Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Το τέλος του Οδυσσέα




















Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα - δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ' το πλακόστρωτο.
Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρινής θάλασσας. Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.
Στο βασιλικό παλάτι είχαν να γίνουν και να μπουν στη θέση τους πολλά, γιατί οι νεαροί που έβραζε το αίμα τους, τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Ο Οδυσσέας κατάστρωσε ένα σχέδιο, πήρε αναφορά από τους επιστάτες του και ρίχτηκε στη δουλειά. Έστρωσε τη μεγάλη αίθουσα με καινούργιες μαρμάρινες πλάκες, για να σβήσει και την τελευταία ανάμνηση του κρασιού μα και του αίματος που χύθηκε. Τα κελάρια και οι αποθήκες είχαν αδειάσει ως τη μέση κι έπρεπε να γεμίσουν πάλι. Τα ελαιοτριβεία, παλιότερα καμάρι της βασιλικής οικονομίας, χρόνια τώρα δεν χρησιμοποιούνταν και ήθελε χρόνο και κόπο για να τα ξαναφτιάξουν.
Πίσω από το σπίτι οι μνηστήρες είχαν φυτέψει έναν μεγάλο ανθόκηπο και την φροντίδα του την είχαν αναθέσει σε έναν Σύρο κηπουρό. Εκεί καλλιεργούσαν νάρκισσους και γαρύφαλλα κι εκείνα τα εκατόφυλλα ρόδα, που μόλις τότε είχε ευδοκιμήσει η καλλιέργειά τους. Μ' αυτά τα λουλούδια oι μνηστήρες στόλιζαν τα γιορτινά τραπέζια κι έφερναν μεγάλες ανθοδέσμες στη βασίλισσα, που συναγωνίζονταν για την εύνοιά της. Η Πηνελόπη δεχόταν μ' ευχαρίστηση τις προσφορές των λουλουδιών και στόλιζε μ' αυτά τα χάλκινα βάζα στα περβάζια της κρεβατοκάμαρας.
Τώρα ο Οδυσσέας ξεπάτωσε τον ανθόκηπο και στη θέση του έβαλε μια φυτεία λαχανικών με ποτιστικά κανάλια από τσιμέντο, όπως αυτά που είχε δει στην Αίγυπτο. Τα λαχανικά ευδοκίμησαν και έδωσαν πτηνοτροφή για μερικούς μήνες. Όμως τα χάλκινα βάζα της βασίλισσας θα έμεναν πια άδεια.
Στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις.
Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.
Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρινές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.
Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.
Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά. Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.
Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.
Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.
Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο - τα μάτια του ήταν σαν τη νύχτα - τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένονα, που ακόμη ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρινές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει. Και μία φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί έριξε πάνω της τον πέπλο, όπως τότε, ανέβηκε στη στοά και κοίταζε κάτω στη σάλα. Εκεί στέκονταν τα επίχρυσα καθίσματα σε μεγάλες σειρές πλάι στον τοίχο, το καθένα σκεπασμένο με ένα κάλυμμα από γκρίζο λινό ύφασμα.
Και μέσα στη σιωπή άκουσε την φωνή του άντρα της, που έλεγε: Εύμαιε, μην τ' αφήνεις άλλο τα γουρουνάκια έξω μες στη νύχτα άρχισε να κάνει ψύχρα. Όταν κάποτε έφεραν στο τραπέζι ένα στρογγυλό κεφάλι κατσικίσιο τυρί, σαν κι αυτά που έχουν σ' όλα τα νησιά της Μεσογείου, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και γέλασε μόνος του. Δεν τον ρώτησε, τι τρέχει, κι έτσι άρχισε από μόνος του να διηγείται: Αυτό το κατσικίσιο τυρί μου θυμίζει τη σπηλιά του Πολύφημου. Είχε εκατοντάδες τέτοια κεφάλια σε σανίδες τριγύρω στους πέτρινους τοίχους. Και μόλις χωθήκαμε στη σπηλιά, οι πιστοί μου σύντροφοι κι εγώ, τότε είπα…
Φίλε μου, τον διέκοψε, φαίνεται ότι δεν ξέρεις πως μου την έχεις κιόλας πει αυτή την ιστορία τέσσερις φορές. Την ξέρω λοιπόν πώς μεθύσατε τον καημένο τον γέρο, πώς του βγάλατε - δέκα ενάντια σ' έναν - το μοναδικό του μάτι, τα έχω ακούσει πιο πολύ απ' όσο θέλω. Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ.
Επτά χρόνια, απάντησε.
Χθες έλεγες δέκα έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;
Τώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρινού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.
Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξινό.
Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, πέθανε ο πατέρας του, ο Λαέρτης. Αυτό ήταν βαρύ χτύπημα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσε τον γέροντα, που του στάθηκε φίλος στο ρημαγμένο σπίτι.
Ακόμη ο Λαέρτης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ο Οδυσσέας μπορούσε να του μιλάει για τις περιπέτειές του. Και μια ζωηρή αφήγηση των εμπειριών και των ανακαλύψεών του την ένιωθε ανάγκη. Όμως η γριά οικονόμος, η Ευρύκλεια, ήταν κουφή και ο Τηλέμαχος είχε άλλες έγνοιες. Γι' αυτό του άρεσε του Οδυσσέα να κάθεται έξω στο αγρόκτημα, κοντά στον Λαέρτη, και να διηγείται με ζωηρές χειρονομίες για τέρατα και πριγκίπισσες, ακόμη κι όταν αντιλαμβανόταν, πως ο γέροντας έχοντας στρέψει αλλού το βλέμμα, μακάριος, δεν τον άκουγε πια.
Όταν πέθανε, ο Οδυσσέας του έχτισε κάτω στην ακρογιαλιά ένα μνημείο από λαξεμένη πέτρα, σε σχήμα πυραμίδας, που στην είσοδό της στέκονταν δυο χάλκινες κόρες. Εκεί καθόταν ώρες μόνος του, βυθισμένος στον εαυτό του. Τώρα ήταν πενήντα χρονών και τα χρυσά σγουρά μαλλιά του, που τα είχαν αγαπήσει θεές, άρχισαν να γίνονται γκρίζα.
Εκείνο τον καιρό ο Τηλέμαχος άφησε γεια στους γονείς του. Μέσα του έβραζε το ανήσυχο πατρικό αίμα και επί πλέον δεν του άρεσε η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο σπίτι έτσι έσμιξε με κάτι πλοία φοινικικά, που είχαν πιάσει λιμάνι στο νησί, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην ανατολική θάλασσα.
Από τη στέγη του σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα πέρα απ' τον δασωμένο λόφο, ο Οδυσσέας ακολουθούσε με τα μάτια του το πλοίο. Είχε απανεμιά και το πλοίο έμεινε μέρες στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Έπειτα, όταν η επιφάνεια της θάλασσας ρυτίδιασε από τον καθάριο άνεμο, άπλωσε λαμπρά πανιά και τράβηξε για μακρινές περιπέτειες.
Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά, όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα σιντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι του στην άμμο άγγιξε το μικρό κογχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. Ακόμα κι όταν μετά την θύελλα που διέλυσε την σχεδία του κολυμπούσε μέρες μέσα στη θάλασσα, το κογχύλι το είχε μαζί, στη ζώνη του.
Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε. Από πού το’ χεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
Το έχω απ' το νησί της Καλυψώς.
Τότε καταλαβαίνω, γιατί το αγαπάς τόσο πολύ. Συγκράτησε τα νεύρα του. Όχι είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα. Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα. Γυναίκα, φώναξε πίσω της, ας μη σταματήσουμε τη συζήτηση θ' αφήσουμε να ριζώσει ανάμεσά μας ο δαίμονας της δυσπιστίας; όμως εκείνη έκλεισε πίσω της την πόρτα σιωπηλά.
Τα βράδια, πριν πάει για ύπνο, ο Οδυσσέας άφηνε το μικρό κογχύλι στο πρεβάζι, δίπλα στο κρεβάτι νου. Κι ένα πρωί, όταν ξύπνησε, είχε εξαφανιστεί. Έψαξε παντού, ενώ η Πηνελόπη τον παρακολουθούσε σιωπηλά, κι αφού δεν το βρήκε, κάλεσε όλο το υπηρετικό προσωπικό και υποσχέθηκε μια χρυσή μνα σε όποιον θα του έφερνε το κογχύλι.
Χρειάζομαι κι άλλες αποδείξεις; είπε η Πηνελόπη. Τώρα φαίνεται πόσο προσκολλημένος είσαι σε ό, τι σου θυμίζει αυτή την πόρνη.
Τότε τον έπιασε θυμός. Δεν είναι πόρνη με βοήθησε στα χρόνια της ανάγκης κι εγώ θα την φυλάξω την ευγνωμοσύνη που της χρωστάω.
Ευγνωμοσύνη, ξέρω για τι, είπε η Πηνελόπη μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο.
Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη την στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θ' αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.
Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να τα δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτυάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι την θάλασσα, καθόταν ανάμεσα στα βράχια κι αφουγκραζόταν τον δυνατό ήχο του κύματος που έσκαγε και μέσα του μεγάλωνε με έναν οδυνηρά γλυκό τρόπο ένα συναίσθημα συντροφικότητας γι' αυτό.
Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που’ χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων. Και την ώρα που τα σβησμένα του μάτια έψαχναν τον ορίζοντα, ψιθύριζαν - μόνο γι' αυτόν - τα χείλη του ασταμάτητα την αθάνατη αφήγηση: για τον αγώνα των βασιλιάδων, για τα νυχτερινά ταξίδια στις στενές θαλασσινές διαβάσεις και για τα νησιά των νυμφών.


Victor Auburtin

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Αγναντεύοντας τη Νάπολη

















Έφτιαξε ένα σανιδότοιχο. Ο σανιδότοιχος έκρυβε τη φάμπρικα από τα μάτια. Μισούσε τη φάμπρικα. Μισούσε τη δουλειά του στη φάμπρικα. Μισούσε τη μηχανή που εργαζόταν. Μισούσε το ρυθμό που ο ίδιος έδινε στη μηχανή. Μισούσε να κυνηγά πριμ απόδοσης, στα οποία χρωστούσε την καλοπέραση, το σπίτι και τον κηπάκο του. Μισούσε τη γυναίκα του που του ΄λεγε συχνά: «Απόψε πάλι με τάραξες». Τη μισούσε, ώσπου αυτή πια δεν έκανε λόγο. Αλλά τα χέρια δούλευαν στον ύπνο, δούλευαν στο γρήγορο στακάτο της δουλειάς. Μισούσε το γιατρό που του έλεγε: «Πρέπει να προσέξετε τον εαυτό σας. Η δουλειά με το κομμάτι δεν είναι πλέον για σας». Μισούσε τον επόπτη που του έλεγε: «Θα σου δώσω άλλη δουλειά. Η δουλειά με το κομμάτι δεν είναι πια για σένα». Μισούσε όλες τις απατηλές αναφορές, δεν ήθελε να είναι γκρινιάρης, δεν ήθελε καμιά μικρότερη ημέρα πληρωμής, γιατί πάντα ήταν αυτή η πισινή σελίδα της μπροστινής όψης. Μια μικρότερη ημέρα πληρωμής.
Ύστερα αρρώστησε. Μετά σαράντα χρόνια εργασίας και μίσους, για πρώτη φορά αρρώστησε. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι αγνάντευε έξω απ' το παράθυρο. Έβλεπε το κηπάκι του. Έβλεπε το φράχτη του κήπου, το σανιδότοιχο. Ύστερα δεν είδε τίποτε άλλο. Δεν είδε τη φάμπρικα. Μόνο την άνοιξη στον κηπάκο κι έναν τοίχο από βαμμένα σανίδια. «Άντε και σε λίγο θα βγεις έξω», είπε η γυναίκα του. «Όλα είναι εντάξει». Δεν την πίστεψε. «Υπομονή, κάνε υπομονή», είπε ο γιατρός, «θα επανέλθεις». Δεν τον πίστεψε. «Είναι σαν φυλακή», είπε μετά τρεις βδομάδες στη γυναίκα του. «Βλέπω πάντα τον κηπάκο, τίποτε άλλο, μόνο τον κηπάκο και μου είναι ανιαρό. Πάντα το ίδιο κηπάκι. Βγάλε, λοιπόν, δυο σανίδια απ' τον καταραμένο τοίχο, για να δω και κάτι άλλο». Η γυναίκα φοβήθηκε. Έτρεξε στο γείτονα. Ο γείτονας ήρθε και τράβηξε δυο σανίδια από τον τοίχο. Ο άρρωστος κοίταξε πέρα, μέσα από την τρύπα, είδε ένα κομμάτι από τη φάμπρικα. Μετά από μια εβδομάδα παραπονέθηκε: «Βλέπω πάντα το ίδιο κομμάτι της φάμπρικας κι αυτό με καλυτερεύει πολύ λίγο». Ο γείτονας ήρθε και σήκωσε το μισό σανιδότοιχο. Τρυφερά αγκάλιασε το μάτι του αρρώστου τη φάμπρικα, παρακολούθησε το παιχνίδι του καπνού στην καπνοδόχο, τον ερχομό και την αναχώρηση των αυτοκινήτων στην αυλή, τον ερχομό του ανθρώπινου ρεύματος το πρωί και την έξοδο το δειλινό. Μετά από δεκατέσσερις μέρες έδωσε εντολή ν' απομακρυνθεί ό,τι είχε απομείνει από τον τοίχο. «Δε βλέπω τα γραφεία και την καντίνα», παραπονέθηκε. Ο γείτονας ξανάρθε και τα 'φτιαξε όπως επιθυμούσε. Σαν είδε τα γραφεία, την καντίνα κι όλη την περιοχή του εργοστασίου, ένα γέλιο μαλάκωσε τα χαρακτηριστικά του. Πέθανε μετά λίγες μέρες.



Kurt Marti

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Η κρίση και η διέξοδος




















Μπροστά µας δεν βρίσκεται η άνθιση και το θέρος, αλλά µια πολική νύχτα παγερού σκότους και αντιξοοτήτων... Είναι απόλυτα σωστό - και όλη η ιστορική εµπειρία το επιβεβαιώνει - ότι ο άνθρωπος δεν θα πετύχαινε ποτέ το εφικτό, εάν δεν πάσχιζε επανειληµµένα να πραγµατοποιήσει το ανέφικτο... Και ακόµη και εκείνοι που δεν είναι ούτε ηγέτες ούτε ήρωες πρέπει να οπλιστούν µε τέτοια ψυχική δύναµη που να αψηφούν ακόµη και το θρυµµάτισµα όλων των ελπίδων τους. Χωρίς αυτή τη δύναµη δεν θα µπορέσουν να κατορθώσουν ούτε αυτό που είναι σήµερα δυνατό.

Μ. Βέμπερ (1864-1920)

Απόσπασμα των όσων έλεγε στην ανάλογη, ζοφερή εποχή του μεσοπολέμου ο μεγάλος γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός οικονομολόγος. Συμπεριλαμβάνεται ως αναφορά στο βιβλίο   “ Η κρίση και η διέξοδος” του Γ. Κατρούγκαλου.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Ο ρόλος του διανοούμενου














Πιστεύω ότι ο ρόλος του διανοούμενου είναι να λέει την αλήθεια και να αποκαλύπτει την απάτη. Το χρέος του κάθε έντιμου ανθρώπου δεν είναι να υποστηρίζει το “εθνικό συμφέρον”, αλλά να εξετάζει κριτικά αυτή την έννοια και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Τότε θα ανακαλύψει την αλήθεια της παρατήρησης του Άνταμ Σμίθ: ότι δηλαδή, το εθνικό συμφέρον συνήθως δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα ειδικά συμφέροντα των αφεντικών της κοινωνίας.

 Νοαμ Τσόμσκι

Η τρίτη επανάσταση



















Η πρώτη επανάσταση ήταν των ρομαντικών, που τα έβαλαν με την αστική βιομηχανική ωφελιμιστική τάξη. Η δεύτερη ξεκίνησε από τους σοσιαλιστές, που κατήγγειλαν τη φρίκη των πολέμων και την κοινωνική αδικία. Η τρίτη επανάσταση, που ήδη ωριμάζει, θα είναι "ποιητική". Οι άνθρωποι θα καταλάβουν πόσο μάταιο είναι να έχουν αυτούς τους τρελούς ρυθμούς στη ζωή τους. Θα νιώσουν πόσο πεζή είναι η καθημερινότητά τους. Θα συνειδητοποιήσουν ότι ασχολούνται με τα πάντα, στριμώχνοντας τη λογοτεχνία σ' έναν "ελεύθερο χρόνο" που μειώνεται συνεχώς. Και θα εξαπολύσουν τότε τη μεγάλη αντεπίθεση για να ξανασυναντήσουν τους ποιητές. Οι νέοι έχουν ήδη αρχίσει: οι γιορτές τους, οι χοροί τους, οι έρωτές τους, ακόμη και η μαριχουάνα τους, εκφράζουν, έστω και μ' έναν αφελή τρόπο, την ανάγκη για ποίηση.

Έντγκαρ  Μορέν


Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Η αλήθεια





















Γνωρίζω ανθρώπους που γεννήθηκαν με την αλήθεια στην κούνια τους, που δεν ξεγελάστηκαν ποτέ τους, που δεν τους χρειάστηκε να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα σε ολόκληρη την ζωή τους, επειδή από τότε που ήταν ακόμα στις φασκιές είχαν κιόλας φτάσει. Ξέρουν ποιο είναι το καλό, πάντοτε το ήξεραν.
Για τους άλλους έχουν την αυστηρότητα και την περιφρόνηση που τους δίνει η θριαμβευτική τους σιγουριά πως έχουν δίκιο. Δεν τους μοιάζω. Εμένα η αλήθεια δεν μου αποκαλύφθηκε στα βαφτίσια μου, δεν την βρήκα ούτε από τον πατέρα μου ούτε από την κοινωνική τάξη της οικογένειάς μου.
Ότι έχω μάθει μου κόστισε ακριβά, ότι ξέρω το έχω με δικές μου δαπάνες. Δεν έχω ούτε και μία έστω βεβαιότητα που να μην την σχημάτισα μέσω της αμφιβολίας, του άγχους, του ιδρώτα, της οδυνηρής εμπειρίας.
Έτσι νοιώθω σεβασμό γι αυτούς που δεν ξέρουν, γι αυτούς που ψάχνουν, που ψηλαφούν, που σκοντάφτουν. Για εκείνους που η αλήθεια τους είναι εύκολη, αυθόρμητη, αισθάνομαι βέβαια έναν κάποιο θαυμασμό, αλλά ομολογώ, πολύ λίγο ενδιαφέρον.

Λ. Αραγκόν

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Ο βλάκας



















Το έξυπνο άτομο γνωρίζει πως είναι έξυπνο. Ο κακοποιός έχει επίγνωση πως είναι κακοποιός. Ο αμόρφωτος άνθρωπος είναι οδυνηρά διαποτισμένος από την αίσθηση της ίδιας του της έλλειψης. Σε αντίθεση με όλα αυτά τα πρόσωπα, ο βλάκας δεν ξέρει ότι είναι βλάκας. Αυτό συμβάλλει πολύ στο να προσδώσει μεγαλύτερη δύναμη, έμπνευση και αποτελεσματικότητα στην καταστροφική του ενέργεια. Ο βλάκας δεν έχει αναστολές εξαιτίας του ότι στερείται αυτού που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν self- consciousness. Με το χαμόγελο στα χείλη, σαν να κάνει το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ο βλάκας θα εμφανιστεί ξαφνικά για να καταστρέψει τα σχέδια σου, να σου χαλάσει την ησυχία σου, να σου περιπλέξει τη ζωή και την δουλειά σου, να σε κάνεις να χάσεις χρήμα, καλή διάθεση, όρεξη, παραγωγικότητα- κι όλα αυτά χωρίς κακία, χωρίς τύψη και χωρίς λόγο. Βλακωδώς.

Carlo M. Cipolla “Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας” 

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Κομμένος λαιμός

foto paint alfred_araujo_santoyo

ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΠΕΝΤΕ ή έξι χρονών, υπήρξα θύμα μιας επίθεσης. Θέλω να πω ότι υποβλήθηκα σε μία εγχείρηση μέσα στο λαιμό, που συνίστατο στο να μου αφαιρέσουνε κρεατάκια. Η επέμβαση έλαβε χώρα με έναν πολύ βάναυσο τρόπο, δίχως να με κοιμίσουν. Το πρώτο σφάλμα των γονιών μου ήταν ότι με πήγαν στο χειρουργείο χωρίς να μου πούνε πού με πήγαιναν. Εάν η μνήμη μου δεν με απατά, φανταζόμουνα ότι πηγαίναμε στο τσίρκο. Απείχα λοιπόν πολύ από το να προβλέψω τη μακάβρια έκπληξη που μου επιφύλασσε ο οικογενειακός γερο-γιατρός, που υποστήριζε τον χειρουργό. Όλα αυτά εξελίχτηκαν με ακρίβεια, σαν μια προσχεδιασμένη επιχείρηση, και είχα το συναίσθημα ότι με είχανε παρασύρει σε μια βδελυρή απαγωγή. Ιδού πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα: αφήνοντας τους γονείς μου στην αίθουσα αναμονής, ο γερο-γιατρός με οδήγησε στον χειρουργό, που βρισκόταν σ' ένα άλλο δωμάτιο, με μεγάλη μαύρη γενειάδα και λευκή μπλούζα (αυτή είναι, τουλάχιστον, η εικόνα του δράκου που έχω συγκρατήσει). Διέκρινα κοφτερά εργαλεία και σίγουρα θα φαινόμουνα τρομοκρατημένος, γιατί παίρνοντάς με στα γόνατά του ο γερο-γιατρός, μου είπε για να με καθησυχάσει: «Έλα μικρουλάκο μου! Θα παίξουμε ότι μαγειρεύουμε». Από εκείνη τη στιγμή δεν θυμάμαι τίποτα άλλο εκτός από την αιφνιδιαστική επίθεση του χειρουργού που έχωσε ένα εργαλείο μέσα στο λαιμό μου, τον πόνο που ένιωσα και την κραυγή ζώου που ξεκοιλιάζουν, που άφησα. Η μητέρα μου που με άκουσε από δίπλα τρομοκρατήθηκε.
Μέσα στο αμάξι που γυρίζαμε, δεν είπα ούτε λέξη. Το σοκ ήτανε τόσο ισχυρό που επί είκοσι τέσσερις ώρες στάθηκε αδύνατο να μου αποσπάσουνε λέξη. Η μητέρα μου, τελείως χαμένη, αναρωτιότανε μήπως είχα μουγγαθεί. Τα μόνα που θυμάμαι από την περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά την εγχείρηση, είναι η επιστροφή με άμαξα, οι άκαρπες προσπάθειες των γονιών μου να με κάνουν να μιλήσω και μετά, στο σπίτι: τη μητέρα μου να με κρατάει στην αγκαλιά της μπροστά στο τζάκι του σαλονιού, τις γρανίτες που μου δίνανε να καταπίνω, το αίμα που πολλές φορές έφτυνα και που το μπέρδευα με το χρώμα της φράουλας της γρανίτας.
Η ανάμνηση αυτή είναι νομίζω η πιο οδυνηρή της παιδικής μου ηλικίας. Όχι μονάχα δεν καταλάβαινα γιατί με είχανε πονέσει τόσο, αλλά είχα την εντύπωση μιας εξαπάτησης, μιας παγίδας, μιας αποτρόπαιας δολιότητας εκ μέρους των μεγάλων, που δεν με είχανε καλοπιάσει παρά μόνο για να επιδοθούν στην πιο θηριώδη βία πάνω μου. Όλη η εντύπωσή μου για τη ζωή έχει σημαδευτεί από αυτό: ο κόσμος, γεμάτος παγίδες, δεν είναι παρά μια αχανής φυλακή ή ένα χειρουργικό δωμάτιο. Δεν βρίσκομαι στη γη παρά για να είμαι μια σάρκα για τους γιατρούς, σάρκα για τα κανόνια, σάρκα για το φέρετρο. Καθώς και η δόλια υπόσχεση να με πάνε στο τσίρκο ή να παίξουμε ότι μαγειρεύουμε, ό, τι το πιο ευχάριστο θα μπορούσε να μου συμβεί, δεν είναι παρά ένα δόλωμα, ένας τρόπος να μου χρυσώσουν το χάπι για να με οδηγήσουνε με μεγαλύτερη σιγουριά στο σφαγείο όπου, αργά ή γρήγορα, οφείλω να οδηγηθώ.

Μισέλ Λεϊρίς

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η πείνα
















“......-Ω, κάντε μου τη χάρη να μου δώσετε ένα κόκκαλο για το σκύλο μου! ένα κόκκαλο φτάνει, δεν είναι ανάγκη να’ χει και κρέας έτσι, μόνο και μόνο για να’ χει τίποτα στο στόμα του και να μη γκρινιάζει.
Μου δώσανε ένα κόκκαλο, ένα πολύτιμο μικρό κοκαλάκι, που μάλιστα είχε και λιγάκι κρέας επάνω, το πήρα και τόκρυψα αποκάτω απ΄ το σακάκι μου. Ευχαρίστησα το χασάπη τόσο θερμά, όπου γύρισε και με κοίταξε σαστισμένος.
-Μπα, τίποτε! είπε.
-Ω, μην το λέτε αυτό, μουρμούρισα, είναι πολύ ευγενικό αυτό πού μου κάματε.
Κι έφυγα, η καρδιά μου πήγαινε να κρεπάρει.
Χώθηκα σ’ ένα δρομάκο και τράβηξα όσο μπορούσα μακριά. Σταμάτησα μπροστά σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα σε μια μάντρα. Φώς δεν έβλεπα πουθενά, ήμουν κρυμμένος σ’ ένα ευλογημένο σκοτάδι,  έβγαλα το κόκαλό  μου κι άρχισα να το γλύφω.
Ήτανε όλως διόλου άνοστο, έβγαινε όμως μια βαριά μυρουδιά από μπαγιάτικο αίμα, που μούφερνε αναγούλα και ξέρασα στη στιγμή. Δοκίμασα πάλι, μόνο να κατάφερνα να το κρατήσω μέσα μου κι αμέσως θάφερνε τ’ άποτελεσματά του. Το ζήτημα ήτανε να καταφέρω να κατακάτσει μέσα μου. Μα ξαναξέρασα πάλι. Φουρκίστηκα, θύμωσα με το κρέας, ξέσκισα με τα δόντια μου ένα κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι. Μα και πάλι δε βγήκε τίποτα, μόλις φτάνανε στο στομάχι μου τα ξεφτιδάκια το κρέας, ανέβαιναν αμέσως πάλι στον καταπότη μου. Έσφιξα σαν παλαβός τη γροθιά μου, ξέσπασα σ’  ένα απελπισμένο απ΄ την ανημποριά μου κλάμα, και δάγκασα το κόκκαλο σαν τρελός.
Εκλαιγα τόσο, που το κόκκαλο μουσκέφτηκε και βρωμίστηκε πια από τα δάκρυα, ξέρασα,
βλαστήμησα και δάγκασα ξανά, κι έκλαιγα έτσι, που πήγαινε να μου φύγει η καρδιά. Και ξερνούσα πίσω πάλι και καταριόμουν φωνάζοντας δυνατά, κι έστελνα όλες τις δυνάμεις του κόσμου στην αιώνια κόλαση. Σιγαλιά. Ούτε ένας άνθρωπος γύρω, ούτε ένα φώς ούτε ένας θόρυβος.   Είχα φτάσει στον πιο άγριο παροξυσμό. Αγκομαχούσα βαριά και έκλαιγα τρίζοντας τα δόντια μου κάθε φορά πού έβγανα τα κομματάκια κείνα το κρέας, πού ίσως θα με θρέφανε λίγο αν τα κρατούσα μέσα μου. Σαν είδα πια πώς όσο κι αν προσπαθούσα ήταν ανώφελο, έδωσα μιά και σφεντόνισα το κόκκαλο πάνω στην πόρτα. Και τότε, μέσα σε μιά τρικυμία μίσος, μέσα σε πέλαγο λύσσας, σήκωσα τα χέρια μου απειλητικά κατά τον ουρανό, τα δάχτυλά μου συσπασμένα σα νύχια άγριου γύπα, και με μιά βραχνή και πνιγμένη φωνή, κραύγασα το όνομα του θεού φοβερίζοντας...”

Κνουτ  Χαμσούν

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Το Δέντρο των Φίλων

















Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας που μας κάνουν ευτυχισμένους χάρη στην απλή σύμπτωση να συναντηθούν τα μονοπάτια μας. Κάποιους τους έχουμε σε όλη τη διαδρομή στο πλάι μας, βλέποντας πολλά φεγγάρια να περνάνε, ενώ κάποιους τους βλέπουμε ελάχιστα μεταξύ δύο βημάτων. Όλους τους ονομάζουμε φίλους και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αυτών. Ίσως το φύλλο κάθε δέντρου να χαρακτηρίζει τους φίλους μας. Το πρώτο που ξεπροβάλλει είναι ο πατέρας και η μητέρα μας, μάς δείχνουν τι είναι η ζωή. Στη συνέχεια έρχονται οι αδελφικοί φίλοι με τους οποίους μοιραζόμαστε το χώρο μας, για να ανθίσουν και αυτοί όπως κι εμείς.
Καταλήγουμε να αναγνωρίσουμε σε ολόκληρη την οικογένεια φύλλων αυτούς που σεβόμαστε και επιθυμούμε το καλό τους. Επιπλέον, η μοίρα μάς φέρνει και άλλους φίλους, αυτούς που δεν γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να διασχίσουν το δρόμο μας. Πολλούς από αυτούς τους ορίζουμε ως αδερφές ψυχές, φίλους καρδιακούς. Είναι ειλικρινείς, είναι αληθινοί. Ξέρουν πότε δεν είμαστε καλά, ξέρουν τι μας κάνει ευτυχισμένους. Και, μερικές φορές, κάποια από αυτές τις αδερφές ψυχές αναφλέγεται μέσα στην καρδιά μας και τότε γίνεται ερωτικά εμπνευσμένος φίλος. Αυτός δίνει λάμψη στα μάτια μας, μουσική στα χείλη μας, φτερά στα πόδια μας, πεταλούδες στο στομάχι μας…
Υπάρχουν επίσης οι περιστασιακοί φίλοι, αυτοί που γνωρίζουμε σε κάποιες διακοπές, ή για λίγες μέρες ή ώρες. Αυτοί συνήθως στολίζουν το πρόσωπό μας με πολλά χαμόγελα για όσο καιρό είμαστε κοντά τους. Μιλώντας για κοντά, δε θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους μακρινούς μας φίλους, εκείνους που είναι στην άκρη των κλαδιών και όταν ο άνεμος φυσάει εμφανίζονται πάντα μεταξύ του ενός φύλλου και του άλλου. Περνάει ο καιρός, το καλοκαίρι φεύγει, πλησιάζει το φθινόπωρο και χάνουμε κάποια από τα φύλλα μας - μερικά γεννιούνται σε άλλο καλοκαίρι, και μερικά παραμένουν για πολλές εποχές.
Αλλά αυτό που μας κάνει πιο ευτυχισμένους είναι η συνειδητοποίηση ότι τα φύλλα που έπεσαν συνεχίζουν να είναι κοντά μας, να τρέφουν τις ρίζες μας με χαρά. Είναι αναμνήσεις εκπληκτικών στιγμών που διασχίσανε το μονοπάτι μας. Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου, ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία. Σήμερα και πάντα …γιατί απλά κάθε πρόσωπο που έρχεται στη ζωή μας είναι μοναδικό. Πάντα αφήνει κάτι από τον εαυτό του και παίρνει ένα κομμάτι από εμάς. Θα υπάρξουν και εκείνοι που μας πήραν πολλά, αλλά δε θα υπάρξουν αυτοί που δεν μας άφησαν τίποτα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μας και η πιο προφανής απόδειξη ότι δύο ψυχές δε συναντιούνται τυχαία.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Έτσι άρχισα ν’ αγαπώ εκείνους που υποφέρουν

















Τη ζωή μου θα' θελα να τη γράψω τραγουδώντας, ξεκούρδιστη όμως η κιθάρα μου και η φωνή μου βραχνιασμένη… Βέβαια, καλύτερα να τραγουδάς άσχημα παρά να κλαις ωραία, μα τι να κάνω; Να ζητήσω τη βοήθεια του Πανάγαθου; Έτσι έκανε η παραμάνα που με βύζαξε: έκλεινε την πόρτα, άναβε το καντήλι, με ξάπλωνε στο κρεβάτι κι άρχιζε την προσευχή. «Κύριε, σώσε την ψυχή μου, δώσε μου την υγεία, τον άρτο τον επιούσιο, το κρασί το νερό τ” αλάτι, και μη ξεχάσεις το πιπέρι». Γύριζε σε μένα: «Ιγνάτιε, ξαναπές το». Εγώ το ξανάλεγα και κείνη συνέχιζε: «Κύριε, κράτησέ με μακρυά από πειρασμούς, από θανάσιμα αμαρτήματα, από την όψιμη πείνα κι απ' τους κακούς γειτόνους». Εγώ το ξανάλεγα, και κείνη: «Κύριε, η νύχτα είναι μεγάλη, μη μ” αφήνεις μόνη. Έτσι κι έρθει ο διάβολος, θα κλέψει το παιδί μου». Το ξανάλεγα κι έτρεμα.

Μια ώρα, δυο ώρες με προσευχές  ο άνεμος έμπαινε σαν τη σαΐτα από τις χαραμάδες κι ο γάτος στη γωνιά νιαούριζε παραπονιάρικα. Οι προσευχές εκείνες σπαρταράνε ακόμα στη μνήμη μου. Συνέχισα να τις επαναλαμβάνω κάθε βράδυ, χωρίς να πιστεύω πως θα φτάσουν στον ουρανό, ούτε πως το ψωμί και τη δουλειά τα στέλνει ο Κύριος. Νόμιζα πως μιλούσα στα πουλιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος να με πάρει ο ύπνος, έπρεπε να πω τις προσευχές εκείνες και ύστερα να σταυροκοπηθώ. Ήταν σα να μου είχε κολλήσει κάποιο κακό συνήθειο.[....]

Άρχισα στα δεκαπέντε: ήμουν όμορφος στα δεκαπέντε, πίσω απ” τον πάγκο του μπακάλικου, παιδί για θελήματα, χτενισμένος όμως με τη μόδα και με άσπρη ποδιά. Άρεσα στις γυναίκες. Μπαίνανε στο μαγαζί: «Εκατό γραμμάρια τυρί». Έκοβα το τυρί, έκοβα το σαλάμι κι έκοβα τα χέρια μου. Έχω ακόμη τα σημάδια. Κοίταζα τις κυρίες, όχι το μαχαίρι. Λάθευα στο βάρος και στο μέτρο. Στα χρόνια εκείνα για να βρεις γυναίκα, έπρεπε να' χεις αρματωμένους εφτά καραμπινιέρους για περίπολο.[...]

Τoν μήνα του μέλιτος τον πέρασα με μια γριά θρήσκα που έβλεπε οράματα. Την ηλικία δε σας τη λέω. Πόσα πράγματα δε μπορούμε να πούμε! Ούτε ότι ήταν παρθένα. Οι λέξεις φτάνουνε μέχρι το στόμα, μασημένες, κι ύστερα γλυστράνε στην κοιλιά. Την έλεγαν Δόννα Ευτυχία, ένα όνομα για ευχές. Ερχόταν με ακρίβεια, τα μεσάνυχτα, σαν ξυπνητήρι και με μια οικογενειακή φίλη στην αγκαλιά: τη γάτα. Εγώ στεκόμουν πίσω απ' την πόρτα, άκουγα το νιαούρισμα και άνοιγα. Η γάτα ήταν η ρουφιάνα αλλά δεν το ήξερε. Πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να δίνουν λογαριασμό για τα όσα κάνουν; Ότι ο νόμος τις καταδικάζει; Ότι ο άντρας αν τις πιάσει τις σκοτώνει; Ανάμεσα στις γάτες δεν υπάρχουν αυτές οι μπερδεψιές. Ούτε γίνονται εγκλήματα για λόγους τιμής. Δίνουν ραντεβού στις στέγες, η γάτα καταφθάνει με βήματα μετρημένα, ήρεμη: αστροφεγγιά στον ουρανό! Ο γάτος την περιμένει, νοτίζει τα μουστάκια του με τη γλώσσα, σηκώνει τη φούντα της ουράς και κάνει ουράνιο τόξο. Η γάτα ήταν συνένοχος δίχως να το ξέρει, επειδή, περνώντας το δρόμο η Δόννα Ευτυχία, αν τύχαινε να συναντήσει κάποιον, τη δικιολογία την είχε έτοιμη: μου' φυγε η γάτα. Πήραν τα μυαλά της αέρα! Και τη χτυπούσε με το δάχτυλο στο κεφάλι. Ο περαστικός το πίστευε: εκείνη συνέχιζε να μαλώνει τη γάτα και ύστερα έμπαινε. Έμπαινε με τη γάτα. Η γάτα, σε ξένο σπίτι, νιαούριζε, τρόμαζε τα ποντίκια. Περισσότερο όμως τρόμαζα εγώ. Μην ξεχνάτε ότι η Δόννα Ευτυχία ήταν οραματιζόμενη. Έβγαζε τα ρούχα της, έσβηνε το φως και κουβέντιαζε με τους άγιους. Ένας διάλογος με μια φωνή. Τα λόγια δε μπορούσες να τα καταλάβεις. Μου “λεγε πως ζητούσε συγχώρεση απ' τα πλάσματα τ' ουρανού, πως ήταν θανάσιμο αμάρτημα να σκανδαλίζεις ένα παιδί. Η συγχώρεση της παραχωρούνταν κάθε βράδυ. Το ίδιο και σε μένα. Εκείνη το έλεγε και με τα χέρια μου έκανε το σημείο του σταυρού. Μου έδινε την άγια ευλογία.[...]

Τις πρώτες ανακαλύψεις, τις έκανα μικρό παιδί, χωρίς σχολειά και δάσκαλους. Δεν έκανα κριτική, δεν προχωρούσα σε βάθος. Περίμενα να πήξει το μυαλό μου. Όταν ο πατέρας μου, έλεγε: «Όποιος σπλαχνίζεται τους άλλους ρίχνει τη σάρκα του στους σκύλους», δεν καταλάβαινα το νόημα που είχαν τα λόγια εκείνα. Έλεγε ακόμη: «Έμεινα ορφανός και ποτέ κανένας δε μου' δωκε ένα κομμάτι ψωμί. Μ' ανάστησε η μάνα μου με την ανάσα της». Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος, κι εγώ αργότερα κατάλαβα πως τα βάσανα διαστρεβλώνουν τα αισθήματα και αποχτηνώνουν τον άνθρωπο. Έβλεπα την αδικία χαραγμένη στα πρόσωπα των φτωχών, στα γυμνά πόδια κάθε μικρού παιδιού, στη ζωή των μεροκαματιάρηδων που ξεκινούσανε χαράματα μ” ένα ξεροκόμματο κι ένα κρεμύδι, και γύριζαν τ' απόβραδο σέρνοντας τα ποδάρια. Θυμάμαι: μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας και μου ζήτησε ένα άδειο κουτί. Δεν τον κοίταξα στο πρόσωπο, γιατί διαφορετικά θα καταλάβαινα. Τον είδα ύστερα να περνάει με το κουτί στο κεφάλι. Κουβαλούσε στο κοιμητήρι ένα κοριτσάκι. Ήταν ο πατέρας: ένας νεκρός που συνόδευε μια νεκρή.

Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν.


Ignazio Buttitta (1899–1997)
Aπόσπασμα από το βιβλίο του, «Ο ποιητής ανάμεσα στους ανθρώπους»
(Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από...ithaqke.gr)

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Είχα μια γυναίκα...

















Είχα μια γυναίκα πιο δυνατή από μένα, έτσι
όπως είναι το χορτάρι πιο δυνατό απ' τον ταύρο:
ορθώνεται ξανά.
Έβλεπε πως ήμουνα κακός και μ΄αγαπούσε.
Δε ρώταγε που βγάζει ο δρόμος που ήτανε δικός της
κι ίσως έβγαζε προς τα κάτω.
Σαν το κορμί της μου' δινε έλεγε :
Αυτό είναι όλο. Και το κορμί της γινότανε κορμί μου.
Τώρα δεν είναι πουθενά εδώ πια,
εξαφανίστηκε όπως χάνεται ένα σύννεφο αφού έχει βρέξει.
Την άφησα, κι αυτή έπεσε κάτω,
γιατί αυτός ήτανε ο δικός της δρόμος......

Μπρέχτ

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Άγγιξες τη ζωή μου...
















Άγγιξες τη ζωή μου με την ίνα της ύπαρξης σου, που είναι φτιαγμένη από αγάπη. Πέσαμε σε κενά έρωτα, σε κενά χαμένη, σ’ ένα συναίσθημα ανεπανόρθωτο κ μοναδικό.
Τίποτα δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι αλλιώς ανάμεσα μας.
Μέσα στα ταξίδια μας υπάρχουν ψυχές κ σώματα χαμένα πάντα σε έναν ιδρώτα αγάπης κ πάθους. Γιατί μάθαμε να φεύγουμε μαζί αγκαλιασμένοι, για τους τόπους του απείρου, στις κοιλάδες της 
τελειότητας...Σ' αγαπώ κ είσαι για μένα σαν ταξίδι μες τη θάλασσα. Γίνομαι όστρακο που ανοίγω μόνο στα κρυφά κ μόνο για το χατίρι σου...Θέλω να φύγω μαζί σου, πάλι, μακριά, στην άβυσσο που οριοθετούν τα κορμιά μας. Με μια ατέλειωτη ηδονή να μας καταδιώκει παντού. Λιώσε με μέσα στη ζέστη του μυαλού σου, πάρε με όπως θες εσύ. Εγώ είμαι εδώ για πάντα. Η φωλιά που μέσα της θα κρύβεσαι από κάθε μούργα λύπης...


Ευα Ομηρόλη