Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Tο Παιδί κι ο Χαρταετός ή Το Παιδί και το Αεροπλάνο






















Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι.
Έπαιζε στο χωριό, ψάχνοντας για σπάγγο να πετάξει χαρταετό.
Κοίταξε τριγύρω και είπε, "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει".
“Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό".
“ Έρχεται προς τα εμένα".

“Είναι μεγάλος χαρταετός, δε χρειάζομαι σπάγγο".
“Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ' το σπίτι του γείτονα"
Τρεμούλιασε η καρδιά του, πέταξε στα φτερά του χαρταετού κι ολάκερος ο ουρανός τού 'πε τα μυστικά του.

Σταμάτησε στην πλατεία και φώναξε τους φίλους.
Ο βρυχηθμός του αεροπλάνου πιο δυνατός απ' όλες τις φωνές.

Μαζευτήκαν τα παιδιά κι έπαψαν το παιχνίδι.
Τραντάχτηκε ο τόπος, μια ιστορία σαν ψέμα.
Κι ο βρυχηθμός έγινε σύννεφο καπνού, δεν ξέρω τι συνέβη, ακούστηκε σειρήνα.
Το αεροπλάνο που μετέφερε ιστορίες και ποιήματα έβαλε φωτιά στη γη και κατέστρεψε το σπίτι. Κατέστρεψε το σπίτι, το σπίτι.

Και πέταξε μακριά, ίσια μες στα σύνορα.
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές, βροντές, βομβάρδισαν τον κόσμο.
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του η ιστορία.
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θραύσματα.

Της ιστορίας που γράφτηκε στα πεζούλια του χωριού, ταπεινό χωριό που άναψε σαν το κερί.

Και το κερί άναψε λαμπρό, κι η κραυγή αντήχησε...



Μαρσέλ Χαλίφε


Υ.Γ. Οι λέξεις χαρταετός και αεροπλάνο είναι ίδιες στα Αραβικά.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Το τέλος του Οδυσσέα




















Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα - δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ' το πλακόστρωτο.
Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες• για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο• για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρινής θάλασσας. Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη• θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.
Στο βασιλικό παλάτι είχαν να γίνουν και να μπουν στη θέση τους πολλά, γιατί οι νεαροί που έβραζε το αίμα τους, τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Ο Οδυσσέας κατάστρωσε ένα σχέδιο, πήρε αναφορά από τους επιστάτες του και ρίχτηκε στη δουλειά. Έστρωσε τη μεγάλη αίθουσα με καινούργιες μαρμάρινες πλάκες, για να σβήσει και την τελευταία ανάμνηση του κρασιού μα και του αίματος που χύθηκε. Τα κελάρια και οι αποθήκες είχαν αδειάσει ως τη μέση κι έπρεπε να γεμίσουν πάλι. Τα ελαιοτριβεία, παλιότερα καμάρι της βασιλικής οικονομίας, χρόνια τώρα δεν χρησιμοποιούνταν και ήθελε χρόνο και κόπο για να τα ξαναφτιάξουν.
Πίσω από το σπίτι οι μνηστήρες είχαν φυτέψει έναν μεγάλο ανθόκηπο και την φροντίδα του την είχαν αναθέσει σε έναν Σύρο κηπουρό. Εκεί καλλιεργούσαν νάρκισσους και γαρύφαλλα κι εκείνα τα εκατόφυλλα ρόδα, που μόλις τότε είχε ευδοκιμήσει η καλλιέργειά τους. Μ' αυτά τα λουλούδια oι μνηστήρες στόλιζαν τα γιορτινά τραπέζια κι έφερναν μεγάλες ανθοδέσμες στη βασίλισσα, που συναγωνίζονταν για την εύνοιά της. Η Πηνελόπη δεχόταν μ' ευχαρίστηση τις προσφορές των λουλουδιών και στόλιζε μ' αυτά τα χάλκινα βάζα στα περβάζια της κρεβατοκάμαρας.
Τώρα ο Οδυσσέας ξεπάτωσε τον ανθόκηπο και στη θέση του έβαλε μια φυτεία λαχανικών με ποτιστικά κανάλια από τσιμέντο, όπως αυτά που είχε δει στην Αίγυπτο. Τα λαχανικά ευδοκίμησαν και έδωσαν πτηνοτροφή για μερικούς μήνες. Όμως τα χάλκινα βάζα της βασίλισσας θα έμεναν πια άδεια.
Στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις.
Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.
Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους• κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρινές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.
Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.
Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά. Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.
Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.
Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.
Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο - τα μάτια του ήταν σαν τη νύχτα - τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένονα, που ακόμη ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρινές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει. Και μία φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί• έριξε πάνω της τον πέπλο, όπως τότε, ανέβηκε στη στοά και κοίταζε κάτω στη σάλα. Εκεί στέκονταν τα επίχρυσα καθίσματα σε μεγάλες σειρές πλάι στον τοίχο, το καθένα σκεπασμένο με ένα κάλυμμα από γκρίζο λινό ύφασμα.
Και μέσα στη σιωπή άκουσε την φωνή του άντρα της, που έλεγε: Εύμαιε, μην τ' αφήνεις άλλο τα γουρουνάκια έξω μες στη νύχτα• άρχισε να κάνει ψύχρα. Όταν κάποτε έφεραν στο τραπέζι ένα στρογγυλό κεφάλι κατσικίσιο τυρί, σαν κι αυτά που έχουν σ' όλα τα νησιά της Μεσογείου, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και γέλασε μόνος του. Δεν τον ρώτησε, τι τρέχει, κι έτσι άρχισε από μόνος του να διηγείται: Αυτό το κατσικίσιο τυρί μου θυμίζει τη σπηλιά του Πολύφημου. Είχε εκατοντάδες τέτοια κεφάλια σε σανίδες τριγύρω στους πέτρινους τοίχους. Και μόλις χωθήκαμε στη σπηλιά, οι πιστοί μου σύντροφοι κι εγώ, τότε είπα…
Φίλε μου, τον διέκοψε, φαίνεται ότι δεν ξέρεις πως μου την έχεις κιόλας πει αυτή την ιστορία τέσσερις φορές. Την ξέρω λοιπόν• πώς μεθύσατε τον καημένο τον γέρο, πώς του βγάλατε - δέκα ενάντια σ' έναν - το μοναδικό του μάτι, τα έχω ακούσει πιο πολύ απ' όσο θέλω. Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ.
Επτά χρόνια, απάντησε.
Χθες έλεγες δέκα• έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;
Τώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα• αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρινού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.
Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξινό.
Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, πέθανε ο πατέρας του, ο Λαέρτης. Αυτό ήταν βαρύ χτύπημα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσε τον γέροντα, που του στάθηκε φίλος στο ρημαγμένο σπίτι.
Ακόμη ο Λαέρτης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ο Οδυσσέας μπορούσε να του μιλάει για τις περιπέτειές του. Και μια ζωηρή αφήγηση των εμπειριών και των ανακαλύψεών του την ένιωθε ανάγκη. Όμως η γριά οικονόμος, η Ευρύκλεια, ήταν κουφή και ο Τηλέμαχος είχε άλλες έγνοιες. Γι' αυτό του άρεσε του Οδυσσέα να κάθεται έξω στο αγρόκτημα, κοντά στον Λαέρτη, και να διηγείται με ζωηρές χειρονομίες για τέρατα και πριγκίπισσες, ακόμη κι όταν αντιλαμβανόταν, πως ο γέροντας έχοντας στρέψει αλλού το βλέμμα, μακάριος, δεν τον άκουγε πια.
Όταν πέθανε, ο Οδυσσέας του έχτισε κάτω στην ακρογιαλιά ένα μνημείο από λαξεμένη πέτρα, σε σχήμα πυραμίδας, που στην είσοδό της στέκονταν δυο χάλκινες κόρες. Εκεί καθόταν ώρες μόνος του, βυθισμένος στον εαυτό του. Τώρα ήταν πενήντα χρονών και τα χρυσά σγουρά μαλλιά του, που τα είχαν αγαπήσει θεές, άρχισαν να γίνονται γκρίζα.
Εκείνο τον καιρό ο Τηλέμαχος άφησε γεια στους γονείς του. Μέσα του έβραζε το ανήσυχο πατρικό αίμα και επί πλέον δεν του άρεσε η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο σπίτι• έτσι έσμιξε με κάτι πλοία φοινικικά, που είχαν πιάσει λιμάνι στο νησί, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην ανατολική θάλασσα.
Από τη στέγη του σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα πέρα απ' τον δασωμένο λόφο, ο Οδυσσέας ακολουθούσε με τα μάτια του το πλοίο. Είχε απανεμιά και το πλοίο έμεινε μέρες στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Έπειτα, όταν η επιφάνεια της θάλασσας ρυτίδιασε από τον καθάριο άνεμο, άπλωσε λαμπρά πανιά και τράβηξε για μακρινές περιπέτειες.
Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά, όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα σιντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι του στην άμμο άγγιξε το μικρό κογχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. Ακόμα κι όταν μετά την θύελλα που διέλυσε την σχεδία του κολυμπούσε μέρες μέσα στη θάλασσα, το κογχύλι το είχε μαζί, στη ζώνη του.
Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε. Από πού το’ χεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
Το έχω απ' το νησί της Καλυψώς.
Τότε καταλαβαίνω, γιατί το αγαπάς τόσο πολύ. Συγκράτησε τα νεύρα του. Όχι είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα. Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα. Γυναίκα, φώναξε πίσω της, ας μη σταματήσουμε τη συζήτηση• θ' αφήσουμε να ριζώσει ανάμεσά μας ο δαίμονας της δυσπιστίας; όμως εκείνη έκλεισε πίσω της την πόρτα σιωπηλά.
Τα βράδια, πριν πάει για ύπνο, ο Οδυσσέας άφηνε το μικρό κογχύλι στο πρεβάζι, δίπλα στο κρεβάτι νου. Κι ένα πρωί, όταν ξύπνησε, είχε εξαφανιστεί. Έψαξε παντού, ενώ η Πηνελόπη τον παρακολουθούσε σιωπηλά, κι αφού δεν το βρήκε, κάλεσε όλο το υπηρετικό προσωπικό και υποσχέθηκε μια χρυσή μνα σε όποιον θα του έφερνε το κογχύλι.
Χρειάζομαι κι άλλες αποδείξεις; είπε η Πηνελόπη. Τώρα φαίνεται πόσο προσκολλημένος είσαι σε ό, τι σου θυμίζει αυτή την πόρνη.
Τότε τον έπιασε θυμός. Δεν είναι πόρνη• με βοήθησε στα χρόνια της ανάγκης κι εγώ θα την φυλάξω την ευγνωμοσύνη που της χρωστάω.
Ευγνωμοσύνη, ξέρω για τι, είπε η Πηνελόπη μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο.
Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη την στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θ' αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.
Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να τα δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτυάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι την θάλασσα, καθόταν ανάμεσα στα βράχια κι αφουγκραζόταν τον δυνατό ήχο του κύματος που έσκαγε και μέσα του μεγάλωνε με έναν οδυνηρά γλυκό τρόπο ένα συναίσθημα συντροφικότητας γι' αυτό.
Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου• και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που’ χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων. Και την ώρα που τα σβησμένα του μάτια έψαχναν τον ορίζοντα, ψιθύριζαν - μόνο γι' αυτόν - τα χείλη του ασταμάτητα την αθάνατη αφήγηση: για τον αγώνα των βασιλιάδων, για τα νυχτερινά ταξίδια στις στενές θαλασσινές διαβάσεις και για τα νησιά των νυμφών.


Victor Auburtin

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Γλάροι




















Δεν ξέρω που έχουν
οι γλάροι την φωλιά τους
και που την ηρεμία βρίσκουν.
Εγώ είμαι σαν κι αυτούς
κι αδιάκοπα πετώ.
Παίρνω την ζωή
όπως οι γλάροι το νερό
όταν αρπάζουν την τροφή τους.
Κι ίσως όπως αυτοί κι εγώ
λατρεύω την ησυχία,
την απέραντη θαλάσσια ησυχία,
αλλ’ είν’ η μοίρα μας κοινή
να ζούμε ταλαντευόμενοι στην τρικυμία.

Vincenzo Caldarelli


Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

όταν αγρίεψε η φάρμα

art Yves Lecoq






















Τι καθορίζει το ανθρώπινο;
Η ηθική, ο νόμος, του ασυνείδητου η φωνή
που τρέμει τη συνείδηση;
Η λογική; Ο ψυχικός μας κόσμος;
Μην απαντήσεις δυνατά και ακουστείς.
Η φάρμα αγριεύει  στο ανήθικο.


ανάγερτος

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

όταν ονειρεύεσαι τη βία






















Όταν ονειρεύεσαι τη βία σκέψου πως είναι να σου τρυπά η σφαίρα το μυαλό. Κι αν να σκεφτείς δεν μπορείς, τότε φαντάσου μπροστά στην κάννη να στέκει το παιδί σου. Θιασώτη της βίας η φρίκη που ζεις μπορεί να σου πήρε τη σκέψη, σου έμεινε όμως η φαντασία. Όσο υπάρχει αυτή θα υπάρχει ζωή. Όσο υπάρχει αυτή θα τη βρούμε την άκρη μαζί.

ανάγερτος


Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Ρώτα μαθές τους ναυαγούς

art  kokichi Umezaki





















Ρώτα μαθές τους ναυαγούς

παιδιά νεκρών

αμίλητα πως στέκουν
στο άκουσμα της είδησης

Ο νωτιαίος μυελός
που δεν παράγει αίμα,
το γερασμένο σου μυαλό

Χρυσοκάνθαρε κρετίνε

Στην οργή σου
Δεν σκοτώνεις το παιδί σου

Των κηπουρών

γέννημα θρέμμα
της αβύσσου

Θαρρώ τα ρούχα σου

Ξεβάψανε...


ανάγερτος

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

χαρακωμένη πόλη




















Χαρακωμένη πόλη

Τετράγωνα χιλιόμετρα

Των οπαδών και των λυγμών

Για σένα έδιωξα τα όνειρα μακριά

Να πολεμήσω εντός μου


ανάγερτος


Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Χωρίς κλειδιά



















Χωρίς κλειδιά
Με τη ματιά και δυο φιλιά στο ξέφωτο
Ο ίδιος θόρυβος
Στις ανθισμένες νεραντζιές ο έρωτας βουρκώνει


ανάγερτος


Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Αλλά τα βράδια...



















Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου `ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες…
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

Τάσος Λειβαδίτης


Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Πως ξημερώνεις μάτια μου!




















Μενεξεδί κοχύλι στης λήθης το αμμουδερό νησί/
ψιχαλιστά συλλαβίζω τ’ όνομά σου στους γλάρους/
Δεν έχω χρόνο/
Περιμένω να γυρίσει ο αγέρας/
Να χαθεί η θλίψη στη στάχτη της φωτιάς/
Αυγουστιάτικο μακρόσυρτο λυκόφως καταμεσής του μαύρου νου,/
πως ξημερώνεις μάτια μου!

ανάγερτος


Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Λησμόνησέ τους

foto by Etienne Ruggeri
























Κλεμμένο παρόν αλαφιασμένο
ανηφορίζει το στενό μονοπάτι
να προλάβει να πει˙
Λησμόνησέ τους.
Πιότερη τιμωρία γι’ αρχή δεν υπάρχει.

ανάγερτος


Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Όνειρο ήτανε…




















Δεν έχει νόημα να λες καταδικάζω.  Να λες εγώ, ποτέ ξανά.
Γιατί αν δεν το πεις, αύριο, στην ίδια όχθη θα βρεθείς με την κοιλιά και με τη γλώσσα στα ρηχά. Μόνο που τώρα έχουν καθίσει τα νερά κι ο πάτος έγινε απόπατος.
  Μα, το μετά; τ’ είναι κρυμμένο στο μετά;
  Τον κοίταζα στη σιωπή. Θαρρείς πως είχε έρθει από ψηλά και γνώριζε τη σκέψη.
Όνειρο κρύβει το μετά. Σου φανερώνει ότι ζεις.
Κι αν τα κανάτια με ρακί τ’ αλαργινό το πέλαγος μεθύσουν, σε μια μεγάλη αμμουδιά στα σπλάχνα τούτου του νησιού, εσύ με τα παιδιά του λυτρωμού, του ναυαγού τον άτρωτο χορό θα σέρνετε, μαζί μ’ αυτούς που σας τσακίζουν. Δεν είναι όνειρο αυτό;
Θαρρώ, είναι καλλίτερο απ’ αυτό που σου μιλώ και δεν μπορώ, μήτε το δάκρυ τ’ ορφανό στα χέρια μου να κλείσω.

  Όνειρο ήτανε…

  Σου φανερώνει ότι ζεις.

ανάγερτος


Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Γυναίκα

painted by Nicola de Luca




















Αμάλθεια, Αφροδίτη, Παναγιά, Γυναίκα!
Όσες φορές κι αν σταυρωθώ
Το χάδι και το δάκρυ σου Θα μ’ ανασταίνει.

Για σένα αυτό, χωρίς γιορτή
Ευχαριστώ με μια κραυγή ˙
στα χείλη σου ν’ ανθίσει το χαμόγελο, εκεί
όπου της γης οι δήμιοι σκλάβα τους σε θωρούνε.

ανάγερτος


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Ασάλευτη υπόκλιση

painted by Aleksey Tcherniigin























Ασάλευτη υπόκλιση
μεσ’ στων ματιών το σφίξιμο
Υποταγή που ντύθηκε
του γιασεμιού το χρώμα
Βραδιές χωρίς ξημέρωμα
Ληγμένη διορία
Γαληνεμένος πειρασμός
Το πιο γλυκό φτερούγισμα
Της απουσίας παρουσία
Σε βλέπω
Πάντα σε έβλεπα γυμνή από κακία
πάνω στα κύματα ν’ ανοίγεις δρόμους
Σε θέλω
Πάντα σε ήθελα
Τόσο πολύ σε θέλω, που τώρα πια
δεν το τολμώ
ούτε τη σκέψη σου ν’ αγγίξω.

ανάγερτος


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Στην περιπλάνηση



















Στην περιπλάνηση,
αδήριτοι σηματωροί
στο κόκκινο,
φρενάρουν τη συγκομιδή
Κλειδί βαρύ 
στο χέρι του κλειδούχου,
στύβει σαν ρούχο τη γραμμή
Από παιδί σ’ ένα σταθμό
Δεν κυνηγούσα τα πουλιά
Με μια σφεντόνα αγκαλιά
του ήλιου την πορεία
ν’ αλλάξει ρότα
εγώ σημάδευα.

ανάγερτος

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Αγναντεύοντας τη Νάπολη

















Έφτιαξε ένα σανιδότοιχο. Ο σανιδότοιχος έκρυβε τη φάμπρικα από τα μάτια. Μισούσε τη φάμπρικα. Μισούσε τη δουλειά του στη φάμπρικα. Μισούσε τη μηχανή που εργαζόταν. Μισούσε το ρυθμό που ο ίδιος έδινε στη μηχανή. Μισούσε να κυνηγά πριμ απόδοσης, στα οποία χρωστούσε την καλοπέραση, το σπίτι και τον κηπάκο του. Μισούσε τη γυναίκα του που του ΄λεγε συχνά: «Απόψε πάλι με τάραξες». Τη μισούσε, ώσπου αυτή πια δεν έκανε λόγο. Αλλά τα χέρια δούλευαν στον ύπνο, δούλευαν στο γρήγορο στακάτο της δουλειάς. Μισούσε το γιατρό που του έλεγε: «Πρέπει να προσέξετε τον εαυτό σας. Η δουλειά με το κομμάτι δεν είναι πλέον για σας». Μισούσε τον επόπτη που του έλεγε: «Θα σου δώσω άλλη δουλειά. Η δουλειά με το κομμάτι δεν είναι πια για σένα». Μισούσε όλες τις απατηλές αναφορές, δεν ήθελε να είναι γκρινιάρης, δεν ήθελε καμιά μικρότερη ημέρα πληρωμής, γιατί πάντα ήταν αυτή η πισινή σελίδα της μπροστινής όψης. Μια μικρότερη ημέρα πληρωμής.
Ύστερα αρρώστησε. Μετά σαράντα χρόνια εργασίας και μίσους, για πρώτη φορά αρρώστησε. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι αγνάντευε έξω απ' το παράθυρο. Έβλεπε το κηπάκι του. Έβλεπε το φράχτη του κήπου, το σανιδότοιχο. Ύστερα δεν είδε τίποτε άλλο. Δεν είδε τη φάμπρικα. Μόνο την άνοιξη στον κηπάκο κι έναν τοίχο από βαμμένα σανίδια. «Άντε και σε λίγο θα βγεις έξω», είπε η γυναίκα του. «Όλα είναι εντάξει». Δεν την πίστεψε. «Υπομονή, κάνε υπομονή», είπε ο γιατρός, «θα επανέλθεις». Δεν τον πίστεψε. «Είναι σαν φυλακή», είπε μετά τρεις βδομάδες στη γυναίκα του. «Βλέπω πάντα τον κηπάκο, τίποτε άλλο, μόνο τον κηπάκο και μου είναι ανιαρό. Πάντα το ίδιο κηπάκι. Βγάλε, λοιπόν, δυο σανίδια απ' τον καταραμένο τοίχο, για να δω και κάτι άλλο». Η γυναίκα φοβήθηκε. Έτρεξε στο γείτονα. Ο γείτονας ήρθε και τράβηξε δυο σανίδια από τον τοίχο. Ο άρρωστος κοίταξε πέρα, μέσα από την τρύπα, είδε ένα κομμάτι από τη φάμπρικα. Μετά από μια εβδομάδα παραπονέθηκε: «Βλέπω πάντα το ίδιο κομμάτι της φάμπρικας κι αυτό με καλυτερεύει πολύ λίγο». Ο γείτονας ήρθε και σήκωσε το μισό σανιδότοιχο. Τρυφερά αγκάλιασε το μάτι του αρρώστου τη φάμπρικα, παρακολούθησε το παιχνίδι του καπνού στην καπνοδόχο, τον ερχομό και την αναχώρηση των αυτοκινήτων στην αυλή, τον ερχομό του ανθρώπινου ρεύματος το πρωί και την έξοδο το δειλινό. Μετά από δεκατέσσερις μέρες έδωσε εντολή ν' απομακρυνθεί ό,τι είχε απομείνει από τον τοίχο. «Δε βλέπω τα γραφεία και την καντίνα», παραπονέθηκε. Ο γείτονας ξανάρθε και τα 'φτιαξε όπως επιθυμούσε. Σαν είδε τα γραφεία, την καντίνα κι όλη την περιοχή του εργοστασίου, ένα γέλιο μαλάκωσε τα χαρακτηριστικά του. Πέθανε μετά λίγες μέρες.



Kurt Marti