Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Σαν μεγαλώνει ο κορμός…

 painted by Andrew Whyeth



Σαν μεγαλώνει ο κορμός
σ’ ένα ντουβάρι δίπλα
με υλικά τη δύναμη, την αντοχή,
ψυχή που κλαίει στην ντροπή,
παίρνει το σχήμα των κενών
που άφησε ο πόνος.
Μαζί, ένα κορμί  μια ψυχή
και τα κλαδιά φιλιά
να ζωντανεύουν τη φθορά.
Ένα κερί μεσ’ στο βυθό
να δείχνει στα ναυάγια το δρόμο.

ανάγερτος


Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Το είδωλο

photo Vadim Stein 
























Δεν έχω τίποτε άλλο

Κρέμασα τη σπλαχνική ανάσα σου
Τραγική ειρωνεία
Σε αναλφάβητο έρωτα 
Και χάθηκα

Είδωλο αντρόγυνο που αλλάζει όψεις
Βαθιά κρυμμένα μυστικά

Αγάπη
Προδοσία

Απεριόριστη αιχμαλωσία

ανάγερτος

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Βαρέθηκα να περιμένω



















Για μια φορά ακόμη,
έπιανα τον εαυτό μου να με κοιτά επίμονα,
σκληρά, διψασμένο για αίμα.
Ίδιο το βλέμμα της ύαινας με κυρτωμένη ράχη,
στυλωμένη βαριά στα πίσω πόδια,
έτοιμη να κατασπαράξει ότι αβοήθητο φάνταζε στα μάτια της.
Έτσι αισθανόμουν, αβοήθητος, με δίχως νύχια.
Να σκαλίζω το χώμα με τα χέρια μου, να κάνω πληγές.
Να αγγίζω βαθιά το κορμί μου να δω τα σημάδια μου.
Μάταια…
Σε μέρη γνώριμα έρημοι δρόμοι και το μυαλό ατσάλινη βροχή
να προσπαθεί να κομματιάσει την ομίχλη.
Βαρέθηκα να περιμένω.
Ηττοπαθής και γηγενής στη γέννα σου,
κραδαίνεις πάθη σε δείπνο μυστικό
συμβατικά αγνοώντας την ύπαρξη του σκοτεινού πεζόδρομου.
Ακατάδεχτες του χρόνου ψηφίδες μετράς με κάθε βήμα σου.
Η όραση μια αίσθηση νεκρή για σένα.
Με τη διέγερση, κρανίο ξυρισμένο σε άγονο τοπίο,
στον πόνο τον ανθρώπινο μιλάς σε τρίτο πρόσωπο.
Βαρέθηκα.
Βαρέθηκα να μου μιλάς με έψιλον μπροστά, για τη ζωή μου.
Άστεγος μετανάστης στο ίδιο του το σπίτι κουλουριασμένος στη γωνιά, ένα χαρτόκουτο, μια φυσαρμόνικα, ένα πουλί να κλέβει νότες
και στα γυμνά τα σύρματα να γράφει μουσική,
είναι το όνειρο, της λευτεριάς το όνειρο που λέγεται ζωή για μένα.
Τόσα πολλά να ορκιστείς και συ χαράμι.
Με την ομίχλη έντυσες το σπίτι στα λευκά.


 ανάγερτος

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

πλημμυρίδα των φύλλων

















Απόψε
κάτι πιο μεγάλο
από τον κτύπο της καρδιάς
ποδοβολεί τα κύματα
Τα πήρες όλα
πλημμυρίδα των φύλλων
Σ’ ένα σώμα υγρό
το φιλί σου ψυχή
ανασαίνει ακόμα
Τι είν’ αυτό
που πεθαίνει λοιπόν
όταν χάνονται όλα;

ανάγερτος