Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Γι’ αρχή να ‘χεις το τέλος























Κύμα βουβό το αίμα κι όλα γυρίζουν γύρω μου.
Θέλω να πιω. Μονάχα αυτό γυρεύω.
Πάνω στη μέθη, πάνω στην τρέλα, χωρίς μυαλό
στο σκοτεινό κατάστρωμα.
Τρέχει κι αυτό για να προφτάσει τον καιρό.
Να ξαρμυρίσει το νερό, να χάσει δύναμη του επιβήτορα το σπέρμα.

Κύμα βουβό κι η θάλασσα τη γέννα της προστάζει να ‘σορροπήσει το σκαρί (Τι κι αν δεν βουλιάξει στο βαθύ,  των πειρατών ενέχυρο)

Τώρα που το ποτό έχει ισιώσει το μυαλό,
λόγια βολές της θάλασσας  απ’ το βυθό συρμένα.
Της νυχτωδίας τον καπνό μη στέλνεις σήμα στον εχθρό και
Στη ζωή σου για αρχή πάντα να ‘χεις το τέλος.        

ανάγερτος 

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Τι με κοιτάς; Απάνω κοίτα


foto paint Cesar Santos






















Ένα σακί,
ροκανίδια γεμάτο
και σπασμένα γυαλιά
τυλιγμένα σε κόλλα
σ’ ένα σταυρό σαν το Χριστό
Και οι φλέβες,
φοβέρες  του υγρού καιρού
να κυλάνε αργά
σαν τον υδράργυρο
Να σου καρφώνουν την καρδιά
να λες
μπορεί να πρέπει…
Με δύναμη να πέφτεις στο κενό
να λες
δεν πιάνεται απόψε το φεγγάρι…
Να κατουράς τον ουρανό
να λες
βρέχει κι απόψε
Να ικετεύεις το Θεό
να λες
κοίτα και μένα το φτωχό
Να λες, να λες, να λες…
Σε πότισαν σκουριές
για να σου πάρουν το χρυσό
Ακόμα και οι λέξεις
σου φανερώνουν το σκοπό
Σημάδια καρφιά σου δείχνουν το δρόμο
Απ’ τον πατέρα στα παιδιά
αυτοί που τα πουλάνε
Απ’ τον πατέρα στα παιδιά
αυτοί που σε τρυπάνε
Τι με κοιτάς;
Aπάνω κοίτα
Σάρκα καυτή κι αντρίκιο αίμα
ζητούν οι ουρανοί
να στείλουν κάτω τη βροχή
Τι με κοιτάς;
Όμοιο με Κείνον σε έπλασε ο Θεός
Ελεύθερος να τριγυρνάς
κι όχι δεμένος σκλάβος.

ανάγερτος


Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Ελευθερία ή θάνατος

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου



















“Ελευθερία ή θάνατος”,  το σύνθημα. 
Στα στήθη οι φλογισμένες οι καρδιές μεθούν. Ο σπόρος που έριξε ο Ρήγας άρχισε να ριζώνει.  Μέσα τους δεν ησυχάζει η μέρα. Μια άλλη μέρα πια ευαγγελίζονται.
Δεν είναι βέβαια οι πολλοί. Μια χούφτα “αλήτες” και “τρελοί” γι’ αρχή.
Οι άλλοι, όπως πάντα, φοβισμένοι και δειλοί. Αυτοί με τα προνόμια έχουν τον τρόπο τους, σκυφτούς και φοβισμένους να έχουν τους λαούς.
Έτσι και τότε. Και ας μη πει κανείς, πως ο λαός μας τότε, ήταν αμόρφωτος λαός, γι’ αυτό…

Ο αρχηγός μια εταιρεία. Μια εταιρεία φιλική στην πιο γλυκιά συνωμοσία. Το έργο ήταν δύσκολο. Δεν είναι παραμύθι. Δεν είναι εύκολο λαός που περπατά στα γόνατα, να μάθει όρθιος να πατά. Περήφανα να σε κοιτά, να πολεμά για λευτεριά.

Κι έγινε επανάσταση!
Με ήρωες, ημίθεους θνητούς για αρχηγούς και με λαό που σαν ξυπνήσει το θεριό κάμει τη γη να τρέμει.
.........................................

“Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἂν  δὲν εἴμεθα τρελλοί, δὲν ἐκάναμεν τὴν ἐπανάστασιν”

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης  Απομνημονεύματα
........................................

ανάγερτος


Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Κομμένος λαιμός

foto paint alfred_araujo_santoyo

ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΠΕΝΤΕ ή έξι χρονών, υπήρξα θύμα μιας επίθεσης. Θέλω να πω ότι υποβλήθηκα σε μία εγχείρηση μέσα στο λαιμό, που συνίστατο στο να μου αφαιρέσουνε κρεατάκια. Η επέμβαση έλαβε χώρα με έναν πολύ βάναυσο τρόπο, δίχως να με κοιμίσουν. Το πρώτο σφάλμα των γονιών μου ήταν ότι με πήγαν στο χειρουργείο χωρίς να μου πούνε πού με πήγαιναν. Εάν η μνήμη μου δεν με απατά, φανταζόμουνα ότι πηγαίναμε στο τσίρκο. Απείχα λοιπόν πολύ από το να προβλέψω τη μακάβρια έκπληξη που μου επιφύλασσε ο οικογενειακός γερο-γιατρός, που υποστήριζε τον χειρουργό. Όλα αυτά εξελίχτηκαν με ακρίβεια, σαν μια προσχεδιασμένη επιχείρηση, και είχα το συναίσθημα ότι με είχανε παρασύρει σε μια βδελυρή απαγωγή. Ιδού πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα: αφήνοντας τους γονείς μου στην αίθουσα αναμονής, ο γερο-γιατρός με οδήγησε στον χειρουργό, που βρισκόταν σ' ένα άλλο δωμάτιο, με μεγάλη μαύρη γενειάδα και λευκή μπλούζα (αυτή είναι, τουλάχιστον, η εικόνα του δράκου που έχω συγκρατήσει). Διέκρινα κοφτερά εργαλεία και σίγουρα θα φαινόμουνα τρομοκρατημένος, γιατί παίρνοντάς με στα γόνατά του ο γερο-γιατρός, μου είπε για να με καθησυχάσει: «Έλα μικρουλάκο μου! Θα παίξουμε ότι μαγειρεύουμε». Από εκείνη τη στιγμή δεν θυμάμαι τίποτα άλλο εκτός από την αιφνιδιαστική επίθεση του χειρουργού που έχωσε ένα εργαλείο μέσα στο λαιμό μου, τον πόνο που ένιωσα και την κραυγή ζώου που ξεκοιλιάζουν, που άφησα. Η μητέρα μου που με άκουσε από δίπλα τρομοκρατήθηκε.
Μέσα στο αμάξι που γυρίζαμε, δεν είπα ούτε λέξη. Το σοκ ήτανε τόσο ισχυρό που επί είκοσι τέσσερις ώρες στάθηκε αδύνατο να μου αποσπάσουνε λέξη. Η μητέρα μου, τελείως χαμένη, αναρωτιότανε μήπως είχα μουγγαθεί. Τα μόνα που θυμάμαι από την περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά την εγχείρηση, είναι η επιστροφή με άμαξα, οι άκαρπες προσπάθειες των γονιών μου να με κάνουν να μιλήσω και μετά, στο σπίτι: τη μητέρα μου να με κρατάει στην αγκαλιά της μπροστά στο τζάκι του σαλονιού, τις γρανίτες που μου δίνανε να καταπίνω, το αίμα που πολλές φορές έφτυνα και που το μπέρδευα με το χρώμα της φράουλας της γρανίτας.
Η ανάμνηση αυτή είναι νομίζω η πιο οδυνηρή της παιδικής μου ηλικίας. Όχι μονάχα δεν καταλάβαινα γιατί με είχανε πονέσει τόσο, αλλά είχα την εντύπωση μιας εξαπάτησης, μιας παγίδας, μιας αποτρόπαιας δολιότητας εκ μέρους των μεγάλων, που δεν με είχανε καλοπιάσει παρά μόνο για να επιδοθούν στην πιο θηριώδη βία πάνω μου. Όλη η εντύπωσή μου για τη ζωή έχει σημαδευτεί από αυτό: ο κόσμος, γεμάτος παγίδες, δεν είναι παρά μια αχανής φυλακή ή ένα χειρουργικό δωμάτιο. Δεν βρίσκομαι στη γη παρά για να είμαι μια σάρκα για τους γιατρούς, σάρκα για τα κανόνια, σάρκα για το φέρετρο. Καθώς και η δόλια υπόσχεση να με πάνε στο τσίρκο ή να παίξουμε ότι μαγειρεύουμε, ό, τι το πιο ευχάριστο θα μπορούσε να μου συμβεί, δεν είναι παρά ένα δόλωμα, ένας τρόπος να μου χρυσώσουν το χάπι για να με οδηγήσουνε με μεγαλύτερη σιγουριά στο σφαγείο όπου, αργά ή γρήγορα, οφείλω να οδηγηθώ.

Μισέλ Λεϊρίς

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Πως σκορπάει το σκοτάδι

foto filonoi pontou















Υγρό κελί
κι η λησμονιά δραπέτης
απλώνει φως
στου δειλινού τα χρώματα
Στο κίτρινο της λύπης,
το κόκκινο
σαν ακροβάτης του γκρεμού
ματώνει μέσ’ στα χέρια σου
Ίδιος ο δρόμος
Χωρίς ονόματα και διευθύνσεις πια
Ένα μηδέν ο αριθμός και ο καρπός
μια ζωή να χάνεται
μεσ’ στων χειλιών το άργησες
Δυο μάτια μοίρα
Το ένα φεγγάρια, το άλλο βροχή
γυρεύουν τη μέρα
Χωρίς αστέρια, χωρίς δυο χέρια
πως σκορπάει το σκοτάδι
όταν καίγεται η καρδιά!

ανάγερτος

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Επαμεινώνδας

















Σήμερα που στέρεψε από αξίες η χώρα και οι ταγοί της τη σάρκα της μοιράζουν ας πάρουμε μια γεύση πως οι αξίες των προγόνων μας όπως, ανδρεία, ηθική, φιλία, αγάπη στην πατρίδα, μεγαλοψυχία κ.α, σφυρηλάτησαν καρδιές και σώματα και δημιούργησαν έναν πολιτισμό μοναδικό και είναι αυτό, με εξαίρεση μερικές σύγχρονες αναλαμπές, ότι απέμεινε να κρατηθούμε.
Αναφερόμενοι στον Επαμεινώνδα, νομίζω πως μπορούμε να δούμε στο πρόσωπό του τη μορφή του Έλληνα που αξίζει να έχουμε σαν ορόσημο αν κάποτε θέλουμε η χώρα αυτή, η πατρίδα μας, να αποκτήσει το κύρος, τη μεγαλοπρέπεια και το σεβασμό που της αξίζει.

Σύμφωνα με την γνώμη του Κικέρωνα, ο Επαμεινώνδας ήταν ο μεγαλύτερος άνδρας που είχε αναδείξει η Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Θήβα το 418 π.Χ.  Η οικογένεια του, αν και φτωχή, ήταν πολύ αρχαία και αριστοκρατική και ο πατέρας του Πολυμνήδας ανήκε στους επονομαζόμενους Σπαρτούς, οι οποίοι εθεωρούντο απόγονοι του Κάδμου.
Έλαβε άριστη εκπαίδευση στη μουσική, φωνητική και ενόργανο, όπως επίσης και στον χορό. Εκπαιδεύτηκε επίσης και στην γυμναστική στην οποία επροπονείτο για αντοχή και ευκινησία. Ήταν κάτοχος όλων των αρετών που οι Έλληνες τόσο πολύ εκτιμούσαν. Σπούδασε φιλοσοφία με τον Πυθαγόρειο Λυσία του Τάραντα, ο οποίος είχε έλθει και έμενε στην Θήβα και είχε συχνές φιλοσοφικές συζητήσεις με τον Σιμία της Θήβας και τον Σπήνθαρο από τον Τάραντα, μαθητές και οι δύο του Σωκράτη.
Ήταν επιστήθιος φίλος του Πελοπίδα και η φιλία τους δυνάμωσε ακόμα περισσότερο, όταν σε μία μάχη με τους Αρκάδες, το 385 π.Χ. έσωσε τον Πελοπίδα, ο οποίος είχε δεχθεί επτά θανάσιμα πλήγματα, μετά από σκληρή πάλη, δεχόμενος ο ίδιος πολλά τραύματα και βάζοντας την ζωή του σε μεγάλο κίνδυνο. Λίγο πριν να πέσει από τα πλήγματα και αυτός, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγεσήπολις, έτρεξε και πέραν από κάθε προσδοκία, έσωσε τις ζωές και των δύο.
Οι διανοητικές του ικανότητες συμβάδιζαν με αυτές της ηθικής.
Θαρραλέος άνδρας, είχε αποστροφή εναντίον κάθε  σκληρότητας και άσκοπης αιματοχυσίας. Έτσι όταν κατέλαβε την Σικυωνική πόλη της Φοιβίας, στην οποία είχαν συγκεντρωθεί πολλοί Βοιωτοί φυγάδες, δεν τους σκότωσε, σύμφωνα με τον Θηβαϊκό νόμο, αλλά τους εκχώρησε καινούργια εθνικότητα και τους άφησε ελεύθερους.
Το 367 π.Χ., τέσσερα χρόνια μετά την μεγάλη νίκη του στα Λεύκτρα, οι Θηβαίοι τον διόρισαν να υπηρετήσει ως απλός οπλίτης, σε μία εκστρατεία που έκαναν για να ελευθερώσουν τον Πελοπίδα, ο οποίος είχε αιχμαλωτισθεί από τον τύραννο των Φερών Αλέξανδρο. Όταν η εκστρατεία βρέθηκε σε μεγάλες δυσκολίες, οι στρατηγοί τον έκαναν αρχηγό του στρατού και ο Επαμεινώνδας, αφού διέσωσε τον στρατό, γύρισε στην Θήβα όπου και εξελέγη Βοιωτάρχης. Αμέσως επέστρεψε στην Θεσσαλία και απελευθέρωσε τον φίλο του.
Δεν είχε προσωπικές φιλοδοξίες, εκτός από το να υπηρετήσει την πατρίδα του όσο καλύτερα μπορούσε. Ήταν αδιάφορος στο χρήμα ή στην δόξα και όταν ο άρχων της Θεσσαλίας του πρόσφερε πενήντα τάλαντα, αν και είχε ανάγκη από χρήματα για να χρηματοδοτήσει μία αποστολή στην Θεσσαλία, δεν τα πήρε, για να μη ντροπιάσει την πατρίδα του και τα δανείστηκε από φίλους του.
Όταν ο Αρταξέρξης του πρόσφερε χρήματα για να δεχθεί τις προτάσεις του, ο Επαμεινώνδας αρνήθηκε και είπε στον απεσταλμένο:
"Αν οι προτάσεις του Αρταξέρξη είναι σύμφωνες με τα συμφέροντα της πατρίδας μου, δεν χρειάζονται χρήματα για να τις δεχθώ, αν όμως είναι αντίθετες με το συμφέρον και την τιμή της πατρίδας μου, όλο το χρυσάφι του βασιλείου του δεν θα με πείσει να προδώσω το χρέος μου προς την πατρίδα. Εσένα που προσπάθησες να με δωροδοκήσεις χωρίς να γνωρίζεις τον χαρακτήρα μου, σε συγχωρώ, αλλά πρέπει να φύγεις αμέσως από την πόλη για να μη διαφθείρεις άλλους".
Σε όλες τις εκστρατείες υπό την αρχηγία του, οι Θηβαίοι δεν λεηλάτησαν εχθρική πόλη, αν και οι σύμμαχοι της το έκαναν. Σε μία μάχη, όταν ένας από τους υπασπιστές του πούλησε έναν αιχμάλωτο για χρήματα, του είπε: "Δος μου πίσω την ασπίδα που κρατάς και φύγε μακριά, τα χέρια σου έχουν μολυνθεί από το χρυσάφι και δεν είναι άξια να την κρατούν και να υπερασπίσουν την πατρίδα".
Στην εκστρατεία εναντίον της Σπάρτης, στην γέφυρα του Ευρώτα, όταν ο Αγησίλαος τον είδε, αναφώνησε με θαυμασμό στον άνθρωπο που ερχόταν να καταστρέψει την πατρίδα του:
 "Ω συ άνδρα των μεγάλων έργων".
Αν και μεγάλος στην ηλικία δεν ήταν γνωστός στην Θήβα, ούτε είχε παίξει κανένα ουσιαστικό ρόλο στις υποθέσεις της. Ήταν μετά την επανάσταση εναντίον της Σπάρτης, που η Θήβα του έδωσε διοικητικό ρόλο. Ήταν επίσης ένας από τους πιο εύγλωττους Έλληνες, αν και ο Σπίνθαρος, έλεγε ότι δεν είχε συναντήσει κανένα άνθρωπο που γνώριζε τόσα πολλά και μιλούσε τόσο λίγο.
Σκοτώθηκε στην μάχη της Μαντινείας, το 362 π.Χ. Ο Διόδωρος αναφέρει ότι, όταν οι Θηβαίοι βρήκαν σθεναρή αντίσταση από τους Σπαρτιάτες, ο Επαμεινώνδας πήγε στην πρώτη γραμμή για να τους εμψυχώσει. Πρώτα έριξε το δόρυ του και σκότωσε τον Σπαρτιάτη διοικητή και μετά με το ξίφος του σκότωσε αρκετούς οπλίτες. Οι κινήσεις του όμως παρακολουθούνταν από τον εχθρό, οι οποίοι έριξαν πληθώρα από βέλη πάνω του. Ο Επαμεινώνδας τα απέφυγε με την ασπίδα και γρήγορες κινήσεις, αλλά ορισμένα τον χτύπησαν και όταν αυτό συνέβαινε, τα έβγαζε και συνέχισε να πολεμά, μέχρις ότου ένα δόρυ ριγμένο με μεγάλη δύναμη διαπέρασε το στήθος του.
Λέγεται ότι πριν πεθάνει και με το δόρυ στο στήθος, περίμενε την έκβαση της μάχης και όταν του είπαν ότι οι Θηβαίοι νίκησαν ρώτησε αν ορισμένοι από τους στρατηγούς ήταν ζωντανοί. Όταν του απάντησαν αρνητικά, τους είπε να κάνουν ειρήνη.  Όλος ο λόφος στον οποίο τον είχαν εναποθέσει ήταν γεμάτος από στρατό και όταν  έδωσε την διαταγή να του βγάλουν το δόρυ να πεθάνει, κάποιος του είπε: "πεθαίνεις Επαμεινώνδα χωρίς να αφήσεις παιδιά", αυτός απήντησε: "Μα τον Δία, αυτό δεν είναι αλήθεια. Αφήνω δύο αθάνατες θυγατέρες, την νίκη στα Λεύκτρα και την νίκη στην Μαντινεία".
Τα τελευταία του λόγια ήταν "Έζησα αρκετά" και μετά "γιατί πεθαίνω ανίκητος".
Ετάφηκε στο πεδίο της μάχης και στον τάφο του έβαλαν στήλη, πάνω στην οποία τοποθέτησαν ασπίδα που απεικόνιζε τον δράκοντα, το έμβλημα των Σπαρτών.












ανάγερτος

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Η πείνα
















“......-Ω, κάντε μου τη χάρη να μου δώσετε ένα κόκκαλο για το σκύλο μου! ένα κόκκαλο φτάνει, δεν είναι ανάγκη να’ χει και κρέας έτσι, μόνο και μόνο για να’ χει τίποτα στο στόμα του και να μη γκρινιάζει.
Μου δώσανε ένα κόκκαλο, ένα πολύτιμο μικρό κοκαλάκι, που μάλιστα είχε και λιγάκι κρέας επάνω, το πήρα και τόκρυψα αποκάτω απ΄ το σακάκι μου. Ευχαρίστησα το χασάπη τόσο θερμά, όπου γύρισε και με κοίταξε σαστισμένος.
-Μπα, τίποτε! είπε.
-Ω, μην το λέτε αυτό, μουρμούρισα, είναι πολύ ευγενικό αυτό πού μου κάματε.
Κι έφυγα, η καρδιά μου πήγαινε να κρεπάρει.
Χώθηκα σ’ ένα δρομάκο και τράβηξα όσο μπορούσα μακριά. Σταμάτησα μπροστά σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα σε μια μάντρα. Φώς δεν έβλεπα πουθενά, ήμουν κρυμμένος σ’ ένα ευλογημένο σκοτάδι,  έβγαλα το κόκαλό  μου κι άρχισα να το γλύφω.
Ήτανε όλως διόλου άνοστο, έβγαινε όμως μια βαριά μυρουδιά από μπαγιάτικο αίμα, που μούφερνε αναγούλα και ξέρασα στη στιγμή. Δοκίμασα πάλι, μόνο να κατάφερνα να το κρατήσω μέσα μου κι αμέσως θάφερνε τ’ άποτελεσματά του. Το ζήτημα ήτανε να καταφέρω να κατακάτσει μέσα μου. Μα ξαναξέρασα πάλι. Φουρκίστηκα, θύμωσα με το κρέας, ξέσκισα με τα δόντια μου ένα κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι. Μα και πάλι δε βγήκε τίποτα, μόλις φτάνανε στο στομάχι μου τα ξεφτιδάκια το κρέας, ανέβαιναν αμέσως πάλι στον καταπότη μου. Έσφιξα σαν παλαβός τη γροθιά μου, ξέσπασα σ’  ένα απελπισμένο απ΄ την ανημποριά μου κλάμα, και δάγκασα το κόκκαλο σαν τρελός.
Εκλαιγα τόσο, που το κόκκαλο μουσκέφτηκε και βρωμίστηκε πια από τα δάκρυα, ξέρασα,
βλαστήμησα και δάγκασα ξανά, κι έκλαιγα έτσι, που πήγαινε να μου φύγει η καρδιά. Και ξερνούσα πίσω πάλι και καταριόμουν φωνάζοντας δυνατά, κι έστελνα όλες τις δυνάμεις του κόσμου στην αιώνια κόλαση. Σιγαλιά. Ούτε ένας άνθρωπος γύρω, ούτε ένα φώς ούτε ένας θόρυβος.   Είχα φτάσει στον πιο άγριο παροξυσμό. Αγκομαχούσα βαριά και έκλαιγα τρίζοντας τα δόντια μου κάθε φορά πού έβγανα τα κομματάκια κείνα το κρέας, πού ίσως θα με θρέφανε λίγο αν τα κρατούσα μέσα μου. Σαν είδα πια πώς όσο κι αν προσπαθούσα ήταν ανώφελο, έδωσα μιά και σφεντόνισα το κόκκαλο πάνω στην πόρτα. Και τότε, μέσα σε μιά τρικυμία μίσος, μέσα σε πέλαγο λύσσας, σήκωσα τα χέρια μου απειλητικά κατά τον ουρανό, τα δάχτυλά μου συσπασμένα σα νύχια άγριου γύπα, και με μιά βραχνή και πνιγμένη φωνή, κραύγασα το όνομα του θεού φοβερίζοντας...”

Κνουτ  Χαμσούν

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Τι δεν κατάλαβες ακόμα;





















Οι τραπεζίτες κυβερνούν κι οι κυβερνήσεις ασελγούν πάνω στο πτώμα. Αλλοίμονο! Σαν τη μαφία το θρηνούν και οι άλλοι να υμνούν ακόμα...

Κείμενο

Δήλωση του Αβραάμ Λίνκολν κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου: “Έχω δυο μεγάλους εχθρούς. Το στρατό των Νοτίων μπροστά μου και το στρατό των τραπεζιτών πίσω μου. Από τους δυο αυτούς εχθρούς ο χειρότερος είναι ο πίσω μου."
Πότε έκανε αυτή τη δήλωση ο Λίνκολν;
Όταν κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου οι τραπεζίτες που δάνειζαν το κράτος με 24% τόκο προσπάθησαν να τον αναγκάσουν να τους δίνει τόκο 36%. (!!)
Τι έκανε ο Λίνκολν; Απλά ενεργοποίησε το δικαίωμα που έχει κάθε κράτος να εκδίδει χρήμα. Έτσι ο Λίνκολν θαρραλέα άρχισε να τυπώνει δολάρια για τη χρηματοδότηση του πολέμου, σώζοντας τη χώρα του από τις μελλοντικές πληρωμές των υπέρογκων τόκων προς τις τράπεζες.
Και όλοι γνωρίζουμε τι απέγινε ο Λίνκολν λίγο καιρό μετά. Δολοφονήθηκε. Μετά τη δολοφονία του Προέδρου Λίνκολν το 1865 κανένας άλλος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν τόλμησε να αρνηθεί να δανειστεί η χώρα από τους τραπεζίτες και να μη τους πληρώνει τόκο.
Ή για να ακριβολογούμε, ένας ακόμα Πρόεδρος των ΗΠΑ τόλμησε 100 χρόνια μετά τον Λίνκολν να το ξανακάνει, δηλαδή να μη δανειστεί η χώρα από τις τράπεζες αλλά να εκδώσει χρήμα χωρίς τόκο, και ο οποίος και αυτός είχε την ίδια κατάληξη με τον Λίνκολν. Δολοφονήθηκε και αυτός λίγο καιρό μετά την απόφασή του. Ήταν ο Τζον Κένεντι. Αλλά για να καταλάβουν οι αναγνώστες μας πώς ακριβώς οι μεγαλοτραπεζίτες καταδυναστεύουν τις χώρες και τις οικονομίες πρέπει να τους εξηγήσουμε τα παρακάτω απίστευτα (ΝΑΙ - ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ) αλλά απόλυτα αληθινά πράγματα.
Ενώ το Σύνταγμα των ΗΠΑ δίνει το δικαίωμα στο Κογκρέσο να εκδίδει χρήμα, η Αμερικανική Κυβέρνηση έχει μεταφέρει το δικαίωμα της έκδοσης του χρήματος και μάλιστα με επιτόκιο στο ‘Federal Reserve’ το οποίο δεν είναι κρατικό αλλά ένα όργανο των μεγάλων τραπεζών που είναι και οι μέτοχοί του. Έτσι λοιπόν το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ τυπώνει στα πιεστήριά του το χρήμα που χρειάζεται η χώρα. Αμέσως μετά το δίνει στο ‘Federal Reserve’ δηλαδή στους τραπεζίτες, το οποίο Federal Reserve το δανείζει πίσω στο Αμερικανικό κράτος με τόκο(!!!)
Έτσι για να καταλάβετε: Μόνο ο τόκος που πληρώνουν οι ΗΠΑ στις τράπεζες του Federal Reserve για το Αμερικανικό χρέος φθάνει το χρόνο τα 400 δισεκατομμύρια δολάρια !!!
Προσέξτε: Πληρώνουν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι 400 δισεκατομμύρια δολάρια τόκο στους τραπεζίτες για χρήματα που έχει τυπώσει το Αμερικανικό κράτος και τα έχει δώσει δωρεάν στους τραπεζίτες (και οι οποίοι τους τα δανείζουν πίσω με τόκο) (!!!) Βλέποντας ο Πρόεδρος Κένεντι αυτήν την εξόφθαλμη αδικία για τον Αμερικανικό λαό, αποφασίζει το 1963 με το νόμο Νο:11110 να πάρει πίσω τις εξουσίες του ‘Federal Reserve’ και να τυπώσει και διανείμει χρήμα το ίδιο το κράτος παρακάμπτοντας τους τραπεζίτες.
Τύπωσε δισεκατομμύρια δολάρια για τα οποία το Αμερικανικό Δημόσιο δεν πλήρωνε κανένα τόκο στο Federal Reserve. Μάλιστα τα χαρτονομίσματα του Κένεντι έγραφαν επάνω UNITED STATES NOTE αντί του FEDERAL RESERVE NOTE που γράφεται πάντα. Αυτά τα UNITED STATES NOTE χαρτονομίσματα αποτέλεσαν θανάσιμη απειλή για το Federal Reserve System και τους τραπεζίτες αφού τους αφαιρούσαν δισεκατομμύρια δολάρια τόκους. Πέντε (5) μήνες μετά το τύπωμα των άτοκων δολαρίων ο Πρόεδρος Κένεντι δολοφονήθηκε.
Μετά την δολοφονία του Κένεντι κανένας άλλος Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν τόλμησε να κάνει χρήση του νόμου Κένεντι παρ'ότι ο νόμος αυτός ισχύει μέχρι σήμερα.(!!) Δηλαδή με το νόμο του Κένεντι θα μπορούσαν οι ΗΠΑ τα περίπου 3 τρισεκατομμύρια δολάρια που τύπωσαν τα τελευταία 4 χρόνια να τα τύπωναν και να τα χρησιμοποιούσαν χωρίς καθόλου τόκο. Αντίθετα όμως τα τύπωσαν, τα έδωσαν στο Federal Reserve (δηλαδή στους τραπεζίτες), για να τα δανειστούν στη συνέχεια με τόκο (!!!!)
Και για όσους είναι ακόμα δύσπιστοι ας μάθουν τι έλεγε ένας άλλος μεγάλος Αμερικανός Πρόεδρος, ο Τόμας Τζέφερσον (από τους δημιουργούς του Αμερικανικού θαύματος - του τότε, του αληθινού): "Εάν ποτέ στο μέλλον ο Αμερικανικός λαός επιτρέψει στους τραπεζίτες να ελέγξουν την έκδοση του χρήματος, οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί που θα γιγαντωθούν, πρώτα με πληθωρισμό και μετά με ύφεση, θα στερήσουν από τους ανθρώπους την ιδιοκτησία τους έως ότου τα παιδιά τους ξυπνήσουν άστεγα στη γη που οι πατεράδες τους κατέκτησαν».
Και για την ιστορία: Οι δολοφόνοι και του Λίνκολν (John Wilkes Booth) και του Κένεντι (Lee Harvey Oswald) δολοφονήθηκαν και οι δυο πριν προλάβουν να δικαστούν.

(Αναδημοσίευση κειμένου από Mary Zavianeli)

ανάγερτος

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Τον έρωτα που ντύθηκε γυναίκα...














Σαν στρατιώτες στην πρώτη τη γραμμή, μία ανάπαυλα μικρή τον έρωτα να υμνήσουμε μ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ένα φιλί στα χείλη και μουσική…
Τον έρωτα, σαν σήμερα που ντύθηκε γυναίκα, για να χαρίσει στη ζωή το πάθος, την απόλαυση, το βάθος, την πληγή, την ομορφιά, την τρικυμία,
τη δύναμη και την ορμή, τη φλόγα και την έκρηξη για να γυρίζει η γη.

ανάγερτος

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Ο Κυρίαρχος

foto   jaroslaw kubicki

Κυρίαρχος θα γίνεις μόνο, αν επιβληθείς στον εαυτό σου και νοιώσεις την αγάπη του όπως δυο χέρια ζεστά που ακουμπούν τα χέρια σου την ώρα  που κοιμάσαι. Διαφορετικά, κυρίαρχος θα είσαι μόνο στις ψυχές και τις ζωές των φοβισμένων ανθρώπων που σε περιτριγυρίζουν κι αυτό για λίγο, για πολύ λίγο  μέχρι τη στιγμή που η απόγνωση λεηλατήσει το μυαλό σου.  


Γιατί η απόγνωση του κυρίαρχου, είναι η απόγνωση της μύγας σ’ ένα δωμάτιο κλειστό γεμάτο ακαθαρσίες που απεγνωσμένα,
αφού χορτάσει από βρωμιά, ψάχνει ένα μέρος  να αναπνεύσει καθαρό αέρα γνωρίζοντας πως το τέλος της είναι κοντά και  μέσα στα σκατά που την εξέθρεψαν.

ανάγερτος

Ασάλευτο σώμα

















Αψίδες, κοχλίες, δυό χέρια ασπίδες φυτρώνουν στη γη
Κοιλάδα ροδομέθυστη
Ποτίζεις αίμα το σπαθί στη μάχη με τους δαίμονες
Μαρτύριο ο θάνατος, μαρτύριο κι η ζωή
Δεξιά ζερβά η ζυγαριά μια χαμηλά και μια ψηλά
Δάφνινο στεφάνι
Αγκαθωτός ο πόνος πάνω σου με δίχως νικητή να στεφανώσεις
Στοιχειωμένο ποτάμι στην ορμή του χρόνου
Ακούμπησε τα χείλη σου στο ασάλευτο το σώμα
Εκλιπαρεί η ερημιά
Εκλιπαρεί το χώμα

 ανάγερτος

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Θρήνος στην ακροκέραμο

foto paint Nicoletta Tomas Caravia















Θρήνος στην ακροκέραμο
Μια χούφτα σκλάβες συλλαβές
πυροδοτούν το αδιέξοδο
μέσα σε δίνες κυκλικές
χωρίς αρχή και τέλος
Τα κύματα δονούν τις ενοχές
και τα φιλιά φρουροί ακοίμητοι
διψούν σε χώρα δίχως μέλλον
Βροχή οι αναμνήσεις μας
ποδηγετούν το Αύριο
Γράφεις, γελάς, πουλάς,
Δεν αγοράζεις
Ότι κρατάς μονάδα φάλτσα
Όλο τ’ ασήμι κι ο χρυσός τα μάτια σου
Δεν αγοράζεται η χαρά με κάλπικες αστροβολές
κι ο έρωτας σαν γεννηθεί,
παιδί δικό σου…

ανάγερτος

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Αιώνια ανθοφορία

foto paint Tomasz Rut














Τα αρχέγονα τα πάθη σου δεσμεύεις στην αταραξία της ψυχής σου σαν τις υγρές φλούδες των δένδρων που κρατούν φυλακισμένους τους χυμούς της ουράνιας έκρηξης. Απόλυτο και συνεχές στο χρόνο μαρτύριο, τιμωρός του πρώτου αμαρτήματος , διέρρηξε τον ομφάλιο λώρο με τον τραγικό δυνάστη σου και δημιούργησε ζωή απ’ τη ζωή σου μέσα στη μήτρα της φλεγόμενης πεταλούδας.
Δεν είναι το κεντρί μήτε η ξηρασία. Η βροχή και η τροφή της μέλισσας είναι η  αιώνια ανθοφορία.

ανάγερτος