Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Το θαύμα

















Μοναχικός ο χωματόδρομος που οδηγεί στις όχθες.
Παιδί που χάθηκαν οι φίλοι του,  μια δρασκελιά κι ολόγυρα παγίδες ξόβεργες για τα μικρά πουλιά.

Με μια κουβέρτα δάκρυ πανωφόρι μετρά αργά τα βήματα.
Έτσι έκανε πάντα.
Του άρεσε το χρόνο να μετρά με των ποδιών το άνοιγμα.
Ανάμεσα σε στάχτες που σκόρπισε η φωτιά, η βόλτα στο ποτάμι.
Καμένα όνειρα με μυρωδιά βαριά όπως τα πόδια του.
Πάντα στο ίδιο μέρος πνίγονται οι σκέψεις του.
Μαζί οι δυό  τους τόχαν βρεί. Σάββατο θα’ ταν ή Κυριακή.
Το μόνο σίγουρο πως ήτανε γιορτή.
Εκεί μαζί με τα φιλιά μέτραγαν και την ορμή του ποταμού πάνω στα πόδια τους.
Στα κρυσταλλένια τα νερά η φλόγα έσβηνε κι αυτά σαν να σταμάταγαν, θαρρείς να δουν μέσα στα μάτια τους τη θάλασσα.

Γιατί να μη γυρίζουν πίσω τα νερά;
Μήπως μπορεί αυτός τις όχθες να γυρίσει, μήπως;
Ήθελε τόσο να μιλήσει στο νερό! Να πει, ν’ ακούσει, να χαθεί μέσα στις σκέψεις του.
Αυτές οι σκέψεις! Το ίδιο πάντα ορμητικές…

Έντονα χαραγμένη στη ψυχή του η μέρα αυτή.
Αν και σε θαύματα δεν πίστευε, περίμενε πως κάτι θα συμβεί.
Και ήταν τόσο δυνατό.
Μεθυσμένο προαίσθημα τρεκλίζοντας μεσ’ στη χαρά, μεσ’ στη λαχτάρα και μεσ’ στο φόβο.
Δεν περίμενε, δεν μπορούσε να περιμένει.
Το ένοιωθε.
Το ένοιωθε να βγαίνει νικητής στη μάχη με το θάνατο.
Ούτε που το κατάλαβε.
Μόνο η βουή μαρτύραγε το μέρος.
Μόνο η βουή και μια φωνή. Ναι, μια φωνή σε μια μορφή. Την ωραιότερη μορφή. Μορφή ψυχή με σώμα πύρινο. Ήταν αυτή! Η παρουσία της το θαύμα.

Δεν άλλαξαν οι όχθες. Μήτε τα νερά του ποταμού γυρίσαν πίσω. Απλά δεν πέρασε ο χρόνος. Γιατί ο χρόνος περνά και χάνεται σε πρόσωπα και πράγματα που δεν ακουμπάμε την ψυχή μας.  Όταν κάτι το αγαπάς  με όλο σου το είναι δεν χάνεται, δεν χάνεται ποτέ.
Ζει μέσα σε όλα που ζήσατε μαζί. Ζει μέσα στο κάθε τι. Κι αν το ίδιο ή παρόμοιο και κείνο αισθανθεί τότε αργά ή γρήγορα θα σου φανερωθεί.
Αυτό είναι το θαύμα. Μια αστραπή.
Μια αστραπή κι ο κεραυνός φωτιάς αστέρι άσβεστο να οδηγεί το δρόμο.

ανάγερτος

Παραμονή Πρωτοχρονιά

















Φώτα ομίχλης
Τελευταία προσπάθεια
εκεί στα σκοτεινά
Πέτρινες πλάκες
στα χέρια, στην καρδιά
Μορφές που γίναν λέξεις,
λέξεις που γίναν μουσικές
Σκέψεις ανάδρομες
περιπολούν και πυρπολούν
τα είδωλα
Παραμονεύει ο γκρεμός
και συ χορεύεις,
χορεύουμε μαζί
Κι όμως…
Στο λίγο πριν απ’ το μετά,
Παραμονή Πρωτοχρονιά,
κανείς
Μόνο το όνειρο χορεύει…

ανάγερτος

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Ο σταθμός

















Ασπρόμαυρος σταθμός χωρίς μαγεία και να σκεφτείς που κάποτε, τον έλεγαν ”ο μαγικός σταθμός”.

Πώς η βροχή το χρώμα ξέπλυνε, πώς η χαρά αιμορραγεί στις ριζωμένες ράγες!
Τα γέλια των μικρών παιδιών ανθάκια σ’ αγριόχορτα, μεσ’ στο μνημείο των νεκρών αγωνιστών που στέκει αντίκρυ.
Η ετοιμόρροπη σκεπή του καφενέ που κάποτε ταξιδευτές ξαπόσταινε, ότι απέμεινε.

Εμπορικά βαγόνια με σκούρο πράσινο για χρώμα, όλα του κόσμου τα καλά στα σπλάχνα τους. Κάρβουνο και διαμάντια.
Πώς να ξεχάσεις το φόρτωμα των ζώων! Υπομονής η στάση, πορεία για τα χειμαδιά. Στ’ αυτιά ακόμη αντηχούν τα τρυφερά βελάσματα.
Ήτανε τότε, που των ανθρώπων τα λόγια και οι σκέψεις καθάριες ζύμωναν καρδιά με λογισμό. Ζεστό καρβέλι ζυμωτό, χορός στον ήλιο. Λευκές σαν νύχτες έναστρες, όπως το γάλα που έπηζε γυμνό (μεσ’ στην τσαντήλα), πάνω στα δέντρα του σταθμού χριστουγεννιάτικα στολίδια.
Ήτανε τότε, που τη χαρά της γέννησης στα δέντρα, στα φυτά, στα γελαστά τα πρόσωπα…την ένιωθες. Τότε που γλένταγε η πλάση με τα μικρά, τα γήϊνα, τ’ αληθινά κι όχι με ψεύτικα στολίδια.
Πώς να ξεχάσεις τους εργάτες της γραμμής. Αυλακωμένα πρόσωπα που έσταζαν ζωή.
Τον μπάρμπα-Μήτσο, αγέρωχη μορφή, το κάρο να γεμίζει μ’ όλα τα θάματα της φύσης. Απ’ το βαγόνι μαγαζί στο καφετί το άτι.
Ιεροτελεστία η έλευση στα διπλανά χωριά.
Ήτανε τότε που έπαιζες με τις μέλισσες κι αυτές περήφανα στολίδια κοσμούσαν το κορμί σου.
Δεν υπήρχε φόβος τότε. (Μόνο τη ρουφιανιά φοβόσουνα. Σαράκι πάνω στην πληγή, άσβεστο με τα χρόνια…)
Με δίχως ρεύμα, με δίχως μέσα να σκορπούν τον τρόμο.
Ένα μικρό ραδιόφωνο να παίζει μουσική, λίγες ειδήσεις και παραμύθια ανάκατα με λόγια. Λόγια ν’ αγγίζουν την ψυχή, να στάζει μέλι εντός σου.
Με τρελαντώνη, φόνισσα, της πλώρης μας τα λόγια, ο κόσμος γέμιζε.
Όχι αυτός ο ψεύτικος, ο μέσα κόσμος.

Αλήθεια, γιατί όλα αυτά σήμερα τα θυμήθηκα;
Σήμερα, παραμονές Χριστούγεννα.
Πρέπει εκεί να πάμε; Εκεί και να γυρίσουμε;
Όχι, ο κόσμος τρέχει, προχωρά, αλλάζει. Όλα αλλάζουν άλλωστε…
Μα δεν μπορείς να αρνηθείς τη νοσταλγία.
Να αρνηθείς το λογισμό που σε καλεί και σου φωνάζει…
Τι έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ;
Πώς έγινε και χάσαμε το όμορφο, τον έρωτα των αστεριών και της ζωής το δρόμο;
Μήπως η ώρα έφτασε; K’ είναι ετούτη η στιγμή, ο χρόνος της ριζικής ανατροπής;

Πρέπει, πιστεύω,
τo λαμπερό, το κίβδηλο, το φοβικό να πεταχτεί στον κάδο.
Να γίνει ανακύκλωση κι απ’ τα σκουπίδια να φτιαχτεί ένας καινούργιος κόσμος. Με μια πνοή, με μια ψυχή αντάξια.
Δίχως το φόβο, όλοι μαζί μια αγκαλιά. Εμείς, τα ζώα, τα φυτά με γνώση χρήσιμη και με καρδιά.
Όλοι μαζί με χρώμα μπόλικο στα χέρια, στα πινέλα, πολύχρωμο και ζωντανό να ντύσουμε.
Της πυροστιάς τ’ ανάθεμα να γράψει ιστορία και ο μαυρόασπρος σταθμός να γίνει πάλι ο μαγικός μας ο αυλός!

Τι λέτε; To μπορούμε;
Εμείς τ’ αποφασίζουμε.

ανάγερτος

Ο ποιητής















Αν δεις τον ποιητή μονάχο του να κλαίει,
πάρε με τρόπο το χαρτί
Δεν φταίει ο κόσμος τίποτα
μεσ’ στα ερείπια του καημού να βυθιστεί
Όσο για το μολύβι,
μην του στερείς το όνειρο να φύγει μεσ’ στον πόνο
Με το δικό του θάνατο
Με το δικό του όπλο

ανάγερτος

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ξημέρωσε θαρρώ…

















Νύχτα βουβή
Νύχτα στιλπνή
Νύχτα αραξοβόλι
Ροδοπηγές τυφλές
κυοφορούν τον έρωτα
στο πιο γλυκό νανούρισμα
Αγέννητο κλωνάρι!
μέσα στο δάκρυ Σου
αχνολαλιά,
προσμένει το λιοστάσι
Άκου!
Απ’ τα φυλλώματα
η μουσική των αηδονιών
Άκου!
Ξημέρωσε θαρρώ…

ανάγερτος

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Άστεγη νύχτα




















Άστεγη νύχτα,
σ' ένα κορμί
λοιμοκτονείς απόψε.
Σ' ανήλιους κύκλους
φορεσιά,
όλο το φως και...
δυο στίχοι μόνο,
όλο το μπλε που απέμεινε
για να θυμίζει
Εσένα...

ανάγερτος

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Ας πρόσεχες...















Όταν μεσ’ στο κελί
να κλείσεις θέλεις την ψυχή
ενός περήφανου λαού,
ένα λεπτό απ’ το κενό
και ούτε…
Είσαι από τώρα πια, νεκρός.
Νεκρός μεσ’ στα αζήτητα της μνήμης,
με δίχως τη σφραγίδα
του παλιού ταχυδρομείου
που μόλις πρόλαβες να κλείσεις.


ανάγερτος 

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Το ολόγραμμα

















Καυτές ματιές
οι σιδεριές στη γέφυρα
αστροβολούν το μέλλον

Αντίβαρα στα σπλάχνα οι οπλές
γερά κρατούν

Ο πόνος αφάνισε το φόβο

Τα ερπετά αλλάζουν δέρμα
και τα σκυλιά με τα σκυλόψαρα
απάγκιο μάταιο
στις κορυφές και στους βυθούς

Αλχημιστών ινάτι η αποκάλυψη

Μαρμαρυγή και ήλιου λόγχη
ότι μπορεί ακόμα να πετά

Στον ουρανό του χρόνου
Τρεις λέξεις το ολόγραμμα

Ήρθα, είδα, νίκησα…


 ανάγερτος

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Το άναμμα, Το φως




Στο δρόμο
ξεροκόμματα (η σκέψη)
των ταπεινών, των άστεγων και των τρελλών

Στα ρείθρα
σαρκία
κυνηγημένων και πουλιών

Στα σπίτια
παγωνιά
βουβών κι ένα ατέλειωτο σκοτάδι

Τούτη την ώρα
της αφαίμαξης των άνευρων μυών
εκείνο που προέχει

Το άναμμα, Το φως



ανάγερτος


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Πάγωσε η νύχτα
















Πάγωσε η νύχτα
κι ένας παλιάτσος τριγυρνά σε μέρη γνώριμα.
Με ψεύτικο χαμόγελο και με παλτό φθαρμένο,
σαν τον τρελό.
Ο κόσμος προσπερνά, τη χλεύη του χαρίζει.
Χόρτασε χλεύη κι ερημιά.
Ακόμα και για το τριαντάφυλλο που πάγωνε στα χέρια.
Πέταλα κόκκινα γυαλιά στην παγωμένη την καρδιά
κι ότι απέμεινε,
ένα κλωνάρι αγκαθωτό σαν τη δική της τη ματιά,
την τελευταία.

Πάγωσε η νύχτα
κι είναι τα στόρια χαμηλά.
Το τζάκι καίει χόβολη, το φως παίζει παιχνίδια  
κι αυτός  χλωμός, μήπως τη δει κοιτά
για τελευταία του φορά.

Χάραξε η μέρα, καινούργια μέρα, μια άλλη ακόμα διαδρομή.
Η μουσική σταμάτησε κι η είδηση κοινή…” στη ρόδα της ζωής του ένας τρελός ξεψύχησε…” τα λόγια του εκφωνητή πριν το τραγούδι επωδός…
“You will never know” οι στίχοι του
κι ήταν αυτά τα λόγια, τα ίδια λόγια του τρελού την ώρα που ξεψύχαγε…

ανάγερτος