Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ο κόσμος των τρελλών





















Απόκαμες
και βάπτισες χαρά τη θλίψη
Σε βλέπω μόνος σου να περπατάς,
μόνος να ταξιδεύεις,
μόνος να χάνεσαι και να γελάς
Κάτω απ’ τ’ αστέρια,
μεσ’ στη βουή του κόσμου
Μόνος
Σε ακουμπώ, σ’ ακούω,
δε μου μιλάς, μονολογείς…
Δεν είναι αυτός ο κόσμος μου,
θέλω στον κόσμο των τρελλών
εγώ να ζήσω
Χάθηκες
και σε συνάντησα ξανά
πριν από λίγο
Δεν σου το κρύβω, ζήλεψα
Τουλάχιστον
γλύτωσε ένας, είπα.

ανάγερτος

Αγέρι














Αγέρι τ άπιαστου
και του αλλοφερμένου,
μέσα στα μάτια μου
στροφές απότομες μη κάνεις
Λέξεις καρφιά
Πονάνε

Τώρα,
πως έχει αλλάξει χρώμα η γη…
Ίδια τα μάτια σου!

Περπάτησε ο καιρός…
ψιχάλες…
και γω, βαθιά να σε κοιτώ
ώσπου η βροχή δυνάμωσε.

ανάγερτος

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ενός λεπτού σιγή…

Κοντομαρί (Χανιά-Κρήτη) 2/6/1941 : Η πρώτη εκτέλεση αμάχων στην Ευρώπη




















Ενός λεπτού σιγή…
Ενός λεπτού σιγή στο αίμα

Μέσα στα τείχη ο εχθρός
Δούρειος Ίππος των ψυχών
Αίμα γιορτή, λαού γιορτή
Ας το γιορτάσουμε λοιπόν
Η Ιστορία περιμένει.

ανάγερτος



( Το βίντεο απ' το υπέροχο blog...http://hanarilion.blogspot.gr/ )

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Χρόνια αμπάριζα...
















Πακτωμένο καράβι.
Βυθισμένες άγκυρες
μέσα σε όνειρα που χάθηκαν.
Πλώρα και πρύμνα.
Χρόνια αμπάριζα δίπλα στη μπάριζα.
Περπατησιά βαριά σε σκάλες τρύπιες
για να γλιστρούν τα δρώμενα.
Και δύο χέρια πάνω στα ρέλια.
Σκουριά κι αλμύρα, σμέρνα που κόβει τα φτερά.
Στο πέταμα του κάβου
μόνο η ψυχή κρατήθηκε γερά.
Οι γλάροι τρέξανε, μέσα στο κλάμα τους βουτήξανε.
Γλάρος κι αυτός ,τι κι αν τα φτερά ήταν νεκρά!

ανάγερτος

άτιτλο



Σκούπισα τα μάτια σου
να δω τον κόσμο μου
Έβρεξα τα χείλη σου
για να μεθύσω

Τρυγήσαμε το όνειρο
σκορπίσαμε
Μοιράσαμε τον κόσμο μας
χαθήκαμε

ανάγερτος

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Γιατί να τους πιστέψω;















Και σούλεγα, αργεί το τρένο.
Κάτι τσιγγάνοι ακούστηκε, κάτι μελαχρινοί μαζί με κάτι αλήτες έχουν χαλάσει τη γραμμή.
Κι όλο περίμενες…και την οργή σου τρένο την έκανες να ταξιδέψεις.
Δεν το κατάλαβες πως ήταν λάθος η γραμμή που κάποιοι έφτιαξαν κρυφά για να χαθεί το τρένο.
Εσύ ταξίδευες. Δεν έβλεπες πως ήσουνα σε λάθος μέρος.
Μα η χαρά δεν κράτησε πολύ. Μία φωνή με λόγια άγνωστα σε σένα, σου ζήτησε να κατεβείς. Κι ήταν πολλοί μαζί με σένα.
Τι έγινε; Γιατί; Κανείς τους δεν κατάλαβε πως όλα πια σε ξένα χέρια είχανε βρεθεί.
Αιχμάλωτοι εξόριστοι στο ίδιο τους το χώμα.
Και κει αμίλητοι, σκυφτοί την ίδια σκέψη έκαναν.
Γιατί, γιατί να τους πιστέψω;

ανάγερτος

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Θεά της άγριας ομορφιάς



















Παρθένο το ξημέρωμα,
στα χείλη σου με βρήκε
να συλλογιέμαι
πως, όλα χάθηκαν
χωρίς εξομολόγηση.
Πλανεύτρα ομορφιά
ηδονικής ψυχής,
πως έσβησες τις αμαρτίες;
Θεά της άγριας ομορφιάς,
της καλοσύνης γέννα
Σε σένα πίστεψα,
στα μάτια σου, στο βλέμμα σου,
στη θεϊκή σου λάμψη.
Πανάρχαια πίστη γήινη,
πως το αντέχεις
το θεϊκό και άπιαστο
πάντα να το προδίδεις;

ανάγερτος



Προσωρινά, προσωρινό…















Προσωρινές ανακαινίσεις,
κορνίζες λόγια
φθηνές απομιμήσεις.
Προσωρινές αναμετρήσεις,
λάμψεις που χάνονται
σε ψεύτικα κολάζ.
Προσωρινές μετακινήσεις
που πνίγουν στο χαμόγελο
της μοναξιάς το θρήνο.
Προσωρινές, προσωρινά .
Προσωρινό απόγευμα
σε λάθος μέρα.
Κι όλα κυλούν στο πουθενά…
Σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο,
με λάθος τρόπο.
Αισθήματα θυσία,
σε δρόμους μολώχ
ψυχορραγούν.
Πως έγινε και χάσαμε το γνήσιο;
Τι έγιναν οι τοίχοι
με τα χίλια χρώματα
μεσ’ στις ρωγμές;
Το καφενείο το ζεστό
όπου μιλούσαν οι καρδιές;
Που πήγαν οι ψυχές
που ζούσαν
με τον έρωτα και μόνο;
Προσωρινές τις κάναμε κι αυτές…
Ότι πιο όμορφο κι απλό
το ντύσαμε χρυσόσκονη,
κι όλο βαδίζουμε
γυμνοί μέσα στο φόβο
να μη χαθεί το κάλπικο.
Προδώσαμε τον έρωτα,
το φίλο μας
στην τσέπη τον κοιτάμε.
Χτίσαμε μόνοι μας μια φυλακή
που ονομάσαμε ζωή
και προχωράμε.
Κέντρο υποδοχής
προσωρινής ευτυχίας,
εφήμερης απόλαυσης,
μιας θλιβερής ματαιοδοξίας.
Κι όμως…
Δεν θα το πω ελπίδα,
ανάγκη θα το πω
χρέος ζωής
Το δρόμο μας να βρούμε
Να ξύσουμε βαθιά τους τοίχους
και στο φανέρωμα
να βρούμε τις αξίες
και τα χαμένα ιδανικά.
Τότε που το προσωρινό
αιώνιο θα γενεί.
Τότε που η ψυχή
θα βρει το νόημα να ζει.

ανάγερτος


Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Να με φοβάσαι...
















Ονειρευτής βαθύπνοης ορμής,
στο δάκρυ της αστροφεγγιάς
γυρεύω απαντήσεις.
Από καιρό χαμένες οι δυνάμεις
σταμάτησαν την κίνηση.
Η συστολή στο όλο
φυλάκισε το λεύτερο
σε έναν κόσμο τραγικό
που όλο χάνεται, γυρνά
και πάντα ίδιος μένει.
Μα…της ψυχής το ανεξέλεγκτο
απ’ τις πληγές πηγάζει
Κι αν δεις το γέλιο μου,
τάχα αμέριμνος σαν πίνω τον καφέ μου,
μη μ’ αψηφάς
Να με φοβάσαι…

ανάγερτος





Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Ανοίκειοι φόβοι





















Εξόριστος στα βάθη μου,
ζω μέσα στα πάθη μου
χωρίς εξορκιστή

Πάνω στη σάρκα την καυτή
των ανοίκειων φόβων μου
ποθώ το στόμα που με γέννησε

Πέφτω, σηκώνομαι,
με δέκα ανέμους ταξιδεύω
Κι αν την αγάπη σκόρπισα,
μου φτάνει που την έζησα.

ανάγερτος

μούδωσες τη ζωή μου...






Όλα του κόσμου ανταλλαγή
Κι αν την ψυχή μου σούδωσα
μούδωσες τη ζωή μου…

ανάγερτος

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Η εξομολόγηση





















“Ήμουν εκεί.
Ήμουν εκεί και δεν ήθελα να αφήσω όσους ήταν εξαρτημένοι από εμένα. Γιατί αισθανόμουν πως ήταν χρέος μου να τους προστατεύσω. Ήμουν εκεί και δεν άντεχα τις τύψεις και τις ενοχές της φυγής.
Ξέρω, μπορεί να ηχεί μικρό και ταπεινό αυτό το “η ψυχή μου εδώ, ενώ το σώμα μου  είναι αλλού”. Μπορεί και να με ήθελες ήρωα, παθιασμένο κυνηγό της επιθυμίας μου, αλλά εγώ ήμουν απλώς ένας κοινός άνθρωπος που κουβαλούσε στους ώμους του το βάρος της καθημερινότητας, το βάρος της ευθύνης .
Ακούγεται ταπεινό; και ποιος είπε πως δεν είμαι;
Και όσο ένοιωθα την ψυχή κοντά σου, τόσο το κορμί πονούσε. Αλλά ήταν γλυκός ο πόνος. Ξέρεις, ο άνθρωπος ζει και με το πνεύμα του. Και κάτι που ίσως δεν ξέρεις. Όταν συναντήσεις το άλλο σου μισό ακόμη και μακριά του μπορείς να αισθάνεσαι χαρά. Γιατί οι ψυχές δεν γνωρίζουν αποστάσεις και χρόνο. Ζουν στο άπειρο, ευτυχισμένες και πλήρεις... Το σώμα είναι που πονά από την έλλειψη του άλλου.
Μιλούσαμε με τα μάτια, με τα χέρια, με τα σώματά μας...Κι έπειτα, πάλι αλλού το σώμα κι αλλού η ψυχή, αλλά ήμουν ευτυχισμένος.
Έπειτα, μια και είναι η ώρα της εξομολόγησης, θα σου το πω κι αυτό. Εκείνη, χάθηκε ξαφνικά. Να περιγράψω τον πόνο; Περιγράφεται ο πόνος της ψυχής; Έφυγε λοιπόν και πήρε μαζί της και τη δική μου την ψυχή. Ήταν ο μόνος τρόπος να μπορέσει αυτό το κορμί να υπάρχει. Ακούς; Η ψυχή μου πάντα ήταν χωριστά του...Έμαθα να ζω χωρίς αυτήν. Γι αυτό όταν σου λέω “Σημασία δεν έχει που βρίσκεται το κορμί, αλλά που ταξιδεύει η ψυχή", να μη με ρωτάς παρακάτω...”


“ Η μυσταγωγία της ύπαρξής μας-Απόσπασμα “

ανάγερτος


Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Αερογέφυρες



Χάθηκες
ποῦ στριφογυρνᾶς;

Πέρνα καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο μου
συνήθως εἶμαι ἐκεῖ
ἐκτὸς ἂν κλαίει τὸ φεγγάρι
ὁπότε βγαίνω στὸ μπαλκόνι
τὸ διότι νὰ ρωτήσω τὶ συμβαίνει.

Πέρνα καμιὰ φορά.
Μπὲς ἀπ᾿ τὸ πλάι στάσου
κάτω ἀπὸ τὸ γεφυράκι τῆς παλάμης μου
ἀπ᾿ ὅπου ἥσυχα κυλάω.
Ἐκτός ἂν ἔχει ὁλότελα μαυρίσει τὸ νερὸ
ἂν ψόφησαν κι οἱ πέτρες
ἂν ἔχει μολυνθεῖ καὶ ὁ βυθὸς
ὁπότε θὰ μὲ βρεῖς
στοῦ σεντονιοῦ τὶς ὄχθες.

Μὴ φοβᾶσαι.
Πάρε μαζὶ σου ἂν θὲς γιὰ σιγουριὰ
καὶ τὴν ἀπαίτηση νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίξω διόλου
ἀνανέωσε καὶ τὴ ληγμένη ἄδεια
νὰ σὲ κοιτῶ

καὶ σοῦ ὑπόσχομαι
ἐγκαίρως νὰ ξυπνήσω
ὥστε νὰ μὴ σὲ πάρει εἴδηση
ὁ ὕπνος σου ὅτι λείπεις.

Κική Δημουλά


Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Μόνο εμείς...





















Παιδί μου…
Εσύ που αιμορραγείς
στο διάβα σου,
για ποιο χρέος,
για ποια ιδανικά
να σου μιλήσω!
Με την ελπίδα
μας ξεγέλασαν.
Μια πουλημένη ιδέα
κι αυτή
να μας κρατάνε χαμηλά.
Δεν υπάρχει ελπίδα.
Αδειανό το κουτί της Πανδώρας
και η  λύση μία.
Μαζί, εγώ και συ, εσύ και γω.
Μόνο εμείς,
μπορούμε ν’ αλλάξουμε
τον κόσμο.

ανάγερτος

Έτσι άρχισα ν’ αγαπώ εκείνους που υποφέρουν

















Τη ζωή μου θα' θελα να τη γράψω τραγουδώντας, ξεκούρδιστη όμως η κιθάρα μου και η φωνή μου βραχνιασμένη… Βέβαια, καλύτερα να τραγουδάς άσχημα παρά να κλαις ωραία, μα τι να κάνω; Να ζητήσω τη βοήθεια του Πανάγαθου; Έτσι έκανε η παραμάνα που με βύζαξε: έκλεινε την πόρτα, άναβε το καντήλι, με ξάπλωνε στο κρεβάτι κι άρχιζε την προσευχή. «Κύριε, σώσε την ψυχή μου, δώσε μου την υγεία, τον άρτο τον επιούσιο, το κρασί το νερό τ” αλάτι, και μη ξεχάσεις το πιπέρι». Γύριζε σε μένα: «Ιγνάτιε, ξαναπές το». Εγώ το ξανάλεγα και κείνη συνέχιζε: «Κύριε, κράτησέ με μακρυά από πειρασμούς, από θανάσιμα αμαρτήματα, από την όψιμη πείνα κι απ' τους κακούς γειτόνους». Εγώ το ξανάλεγα, και κείνη: «Κύριε, η νύχτα είναι μεγάλη, μη μ” αφήνεις μόνη. Έτσι κι έρθει ο διάβολος, θα κλέψει το παιδί μου». Το ξανάλεγα κι έτρεμα.

Μια ώρα, δυο ώρες με προσευχές  ο άνεμος έμπαινε σαν τη σαΐτα από τις χαραμάδες κι ο γάτος στη γωνιά νιαούριζε παραπονιάρικα. Οι προσευχές εκείνες σπαρταράνε ακόμα στη μνήμη μου. Συνέχισα να τις επαναλαμβάνω κάθε βράδυ, χωρίς να πιστεύω πως θα φτάσουν στον ουρανό, ούτε πως το ψωμί και τη δουλειά τα στέλνει ο Κύριος. Νόμιζα πως μιλούσα στα πουλιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος να με πάρει ο ύπνος, έπρεπε να πω τις προσευχές εκείνες και ύστερα να σταυροκοπηθώ. Ήταν σα να μου είχε κολλήσει κάποιο κακό συνήθειο.[....]

Άρχισα στα δεκαπέντε: ήμουν όμορφος στα δεκαπέντε, πίσω απ” τον πάγκο του μπακάλικου, παιδί για θελήματα, χτενισμένος όμως με τη μόδα και με άσπρη ποδιά. Άρεσα στις γυναίκες. Μπαίνανε στο μαγαζί: «Εκατό γραμμάρια τυρί». Έκοβα το τυρί, έκοβα το σαλάμι κι έκοβα τα χέρια μου. Έχω ακόμη τα σημάδια. Κοίταζα τις κυρίες, όχι το μαχαίρι. Λάθευα στο βάρος και στο μέτρο. Στα χρόνια εκείνα για να βρεις γυναίκα, έπρεπε να' χεις αρματωμένους εφτά καραμπινιέρους για περίπολο.[...]

Τoν μήνα του μέλιτος τον πέρασα με μια γριά θρήσκα που έβλεπε οράματα. Την ηλικία δε σας τη λέω. Πόσα πράγματα δε μπορούμε να πούμε! Ούτε ότι ήταν παρθένα. Οι λέξεις φτάνουνε μέχρι το στόμα, μασημένες, κι ύστερα γλυστράνε στην κοιλιά. Την έλεγαν Δόννα Ευτυχία, ένα όνομα για ευχές. Ερχόταν με ακρίβεια, τα μεσάνυχτα, σαν ξυπνητήρι και με μια οικογενειακή φίλη στην αγκαλιά: τη γάτα. Εγώ στεκόμουν πίσω απ' την πόρτα, άκουγα το νιαούρισμα και άνοιγα. Η γάτα ήταν η ρουφιάνα αλλά δεν το ήξερε. Πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να δίνουν λογαριασμό για τα όσα κάνουν; Ότι ο νόμος τις καταδικάζει; Ότι ο άντρας αν τις πιάσει τις σκοτώνει; Ανάμεσα στις γάτες δεν υπάρχουν αυτές οι μπερδεψιές. Ούτε γίνονται εγκλήματα για λόγους τιμής. Δίνουν ραντεβού στις στέγες, η γάτα καταφθάνει με βήματα μετρημένα, ήρεμη: αστροφεγγιά στον ουρανό! Ο γάτος την περιμένει, νοτίζει τα μουστάκια του με τη γλώσσα, σηκώνει τη φούντα της ουράς και κάνει ουράνιο τόξο. Η γάτα ήταν συνένοχος δίχως να το ξέρει, επειδή, περνώντας το δρόμο η Δόννα Ευτυχία, αν τύχαινε να συναντήσει κάποιον, τη δικιολογία την είχε έτοιμη: μου' φυγε η γάτα. Πήραν τα μυαλά της αέρα! Και τη χτυπούσε με το δάχτυλο στο κεφάλι. Ο περαστικός το πίστευε: εκείνη συνέχιζε να μαλώνει τη γάτα και ύστερα έμπαινε. Έμπαινε με τη γάτα. Η γάτα, σε ξένο σπίτι, νιαούριζε, τρόμαζε τα ποντίκια. Περισσότερο όμως τρόμαζα εγώ. Μην ξεχνάτε ότι η Δόννα Ευτυχία ήταν οραματιζόμενη. Έβγαζε τα ρούχα της, έσβηνε το φως και κουβέντιαζε με τους άγιους. Ένας διάλογος με μια φωνή. Τα λόγια δε μπορούσες να τα καταλάβεις. Μου “λεγε πως ζητούσε συγχώρεση απ' τα πλάσματα τ' ουρανού, πως ήταν θανάσιμο αμάρτημα να σκανδαλίζεις ένα παιδί. Η συγχώρεση της παραχωρούνταν κάθε βράδυ. Το ίδιο και σε μένα. Εκείνη το έλεγε και με τα χέρια μου έκανε το σημείο του σταυρού. Μου έδινε την άγια ευλογία.[...]

Τις πρώτες ανακαλύψεις, τις έκανα μικρό παιδί, χωρίς σχολειά και δάσκαλους. Δεν έκανα κριτική, δεν προχωρούσα σε βάθος. Περίμενα να πήξει το μυαλό μου. Όταν ο πατέρας μου, έλεγε: «Όποιος σπλαχνίζεται τους άλλους ρίχνει τη σάρκα του στους σκύλους», δεν καταλάβαινα το νόημα που είχαν τα λόγια εκείνα. Έλεγε ακόμη: «Έμεινα ορφανός και ποτέ κανένας δε μου' δωκε ένα κομμάτι ψωμί. Μ' ανάστησε η μάνα μου με την ανάσα της». Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος, κι εγώ αργότερα κατάλαβα πως τα βάσανα διαστρεβλώνουν τα αισθήματα και αποχτηνώνουν τον άνθρωπο. Έβλεπα την αδικία χαραγμένη στα πρόσωπα των φτωχών, στα γυμνά πόδια κάθε μικρού παιδιού, στη ζωή των μεροκαματιάρηδων που ξεκινούσανε χαράματα μ” ένα ξεροκόμματο κι ένα κρεμύδι, και γύριζαν τ' απόβραδο σέρνοντας τα ποδάρια. Θυμάμαι: μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας και μου ζήτησε ένα άδειο κουτί. Δεν τον κοίταξα στο πρόσωπο, γιατί διαφορετικά θα καταλάβαινα. Τον είδα ύστερα να περνάει με το κουτί στο κεφάλι. Κουβαλούσε στο κοιμητήρι ένα κοριτσάκι. Ήταν ο πατέρας: ένας νεκρός που συνόδευε μια νεκρή.

Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν.


Ignazio Buttitta (1899–1997)
Aπόσπασμα από το βιβλίο του, «Ο ποιητής ανάμεσα στους ανθρώπους»
(Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από...ithaqke.gr)

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η Τροία μας καλεί…





















Σταγόνες χτύποι, αντοχή
κι ένα καντήλι.
Το καναρίνι σώπασε.
Πολυταξιδεμένε,
που τη χαρά σου
έκανες πανιά
τι καρτεράς;
Αδειανό το λιμάνι
κι οι βάρκες
τραβηγμένες στα ρηχά.
Θυμάσαι τους καπεταναίους;
Τους σφουγγαράδες
που βουτούσαν στα βαθιά;
Πικρή ζωή μα λεύτερη.
Ξέμπαρκη χώρα,
στο βυθό σου βουλιάζουν.
Το ξέρω!
Πονάς σαν βλέπεις
το πουλί να δακρύζει.
Βγες στη βροχή…
Κι άλλα καντήλια
θα δεις
να τρεμοπαίζουν.
Ποιος ξέρει!
Ίσως εσένα προσμένουν
ν' ανταμώσουν.

Όμορφοι άνθρωποι
σ’ απίθανη χώρα,
ρίξτε τα πλοία στα βαθιά.
Πριν την Ιθάκη,
η Τροία είναι αυτή
που μας καλεί.

ανάγερτος


Φεγγάρι μου…



Φεγγάρι μου
του δρόμου μου σημάδι,
τώρα που σκέφτομαι
τη γη χώρια από μας
το πώς γυρίζει,
θα πέσω να ξεκουραστώ.
Θέλω στο όνειρο
μαζί μου νάσαι.

ανάγερτος

Κι αν δεν ξυπνώ…

















Μια αγκαλιά φιλιά
και χίλιες μάγισσες
να σου χαϊδεύουν
τα μαλλιά,
σου στέλνω.
Γλυκά στ’ αυτί
να σου το πουν
πως δεν σε ξέχασα.
Κι αν δεν ξυπνώ,
είναι που θέλω
σαν μέσα μου κοιμάσαι
τα μάτια σου να βλέπω...


ανάγερτος

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Για πόσο ακόμα;




Γλυκειά παράνοια
της αναβολής
Για πόσο ακόμα;
Κατάσαρκο γιλέκο
οι πνιχτές κραυγές,
το φύσημα του ανέμου
περιμένουν...

ανάγερτος