Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΤΟ 2011 ΜΕ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ



Στους σκοτεινούς αυτούς καιρούς με την περιορισμένη ορατότητα, χρειαζόμαστε όσο ποτέ τους άσβηστους φάρους, να κρατάνε μακριά από τα βράχια το καράβι που κλυδωνίζεται.
Άσβηστος φάρος, ο μεγαλύτερος, της Ελλάδας και της ζωής μας, ο Οδυσσέας Ελύτης
Με τη σκέψη μας στραμμένη σ’ αυτόν, ας θυμηθούμε κάτι μικρό…μα τόσο μεγάλο…
Πάντα εσύ τ' αστεράκι
και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο
και η λάμψη επάνω στα κουπιά.”        
 
ανάγερτος

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

συναίσθημα και λογική: ευθεία γραμμή ή ζυγαριά;

Αφορμή για τον προβληματισμό αυτό, στάθηκε η άποψη καλής μου φίλης πάνω στο υπαρξιακό αυτό πρόβλημα και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Δεν θα σταθώ στην ανάλυση του τι είναι συναίσθημα και τι λογική. Βιβλία πολλά, αράδες ατέλειωτες έχουν γραφεί…Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα συγκεκριμένο θέμα, έναν συγκεκριμένο προβληματισμό: συναίσθημα και λογική· πως καθορίζονται αυτά, πως ορίζονται αυτά, πως και που πρέπει να κινούνται ώστε η ζωή μας να κυλά ομαλά, χωρίς ακραίες καταστάσεις. Πως πρέπει να τοποθετούνται αυτά μέσα στη ζωή μας ώστε αυτή να τείνει προς την ευτυχία. Υπάρχουν δυο απόψεις, τουλάχιστον έως τα τώρα· η άποψη της ευθείας γραμμής, ότι δηλαδή ο νους και η καρδιά πρέπει να είναι στην ίδια γραμμή, ευθυγραμισμένοι, αλλιώς θα υπάρχει μέσα μας διχόνοια και η άποψη της ζυγαριάς, ότι δηλαδή ο νους και η καρδιά, η λογική και το συναίσθημα, πρέπει να ισορροπούν, πρέπει οι δόσεις να είναι περίπου ίδιες, για να μη γείρει το καράβι…Δηλαδή συναίσθημα και λογική, σημεία πάνω σε ευθεία γραμμή ή ποσότητες πάνω στη ζυγαριά; Άποψή μου η δεύτερη, αυτή που έχει να κάνει με τη ζυγαριά. Ποσότητες είναι για μένα και όχι σημεία. Το πρόβλημα δεν είναι η ευθυγράμμιση, ευθεία γραμμή είναι και ο κατήφορος … Δεν μπορεί στον ίδιο άξονα να κινούνται το συναίσθημα και η λογική, δεν είναι σημεία για να ορίζουν πάντα μια ευθεία. Είναι πολλά, ανήκουν στο χώρο, στο χώρο του συνειδητού και του ασυνείδητου. Πρέπει να γίνουν υποχωρήσεις, κάποιο να πάει από δω, κάποιο να πάει από κει για να ισορροπήσει η ζυγαριά. Αλλιώς... μοναξιά!!! Και όπως είπε και ο Επίκουρος, χιλιάδες χρόνια πριν… “για την αντιμετώπιση της μοναξιάς, ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Απαραίτητη δε προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αυτογνωσία και η εξοικείωση με την πραγματικότητα.”  Θέλει προσπάθεια και εξάσκηση, θέλει διαλογισμό, θέλει συζήτηση ώρες πολλές με τον εαυτό μας…δύσκολο πολύ, δεν πετυχαίνει πάντα…   Δύσκολη πορεία, η πορεία προς την ευτυχία. Αρμονία θα την έλεγα εγώ την ευτυχία·  να μοιράζεσαι, να ισορροπείς… Γιατί ούτε να σε διαφεντεύει μόνο το συναίσθημα είναι υγιές ούτε να είσαι της ψυχρής λογικής. Χρειάζεται να υπάρχει η σωστή δόση από τα δύο σε κάθε περίπτωση, σε κάθε έκφανση της ζωής. Να αφήνεσαι στην γλυκιά μέθη του συναισθήματος, αλλά να μην χρειάζεσαι απεξάρτηση...
ανάγερτος   

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

η γη αιμορραγεί, το φεγγάρι έχει κρυφτεί…κι εμείς;



Οι πολυεθνικές που κυβερνούν τη γη, οδηγούν τον κόσμο της στον όλεθρο και την καταστροφή. Κυβερνήσεις υπόδουλες κι αδύναμες, λαοί υπνωτισμένοι, χαμένοι στα σκοτάδια της αποχαύνωσης μέσω του καταναλωτισμού και της προπαγάνδας μέσω της ελεγχόμενης ενημέρωσης.
Καταστρέφουν το σπίτι μας, καταστρέφουν τις ζωές μας…
Άραγε ως πότε; Μήπως ήρθε η ώρα, μέσα από εδώ που μιλάμε, μέσα από το μέσο που σαν απώτερο σκοπό είχε και έχει την αποξένωσή μας, να ξεκινήσει η αναγέννησή μας;
Κλείνοντας τα μάτια και τ’ αυτιά μας στις σειρήνες της προπαγάνδας, μπορούμε σαλπίζοντας κάλεσμα ζωής, κάλεσμα δυναμικό παγκόσμιο, να πάρουμε τη ζωή μας, τη ζωή των παιδιών μας, τη ζωή που μας  ανήκει στα χέρια μας.
Να διαλύσουμε τα σύννεφα τα μαύρα που κρύβουν το φεγγάρι μας, που κρύβουν τη χαρά μας…



ανάγερτος

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

ΖΩΗ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗ (Παραμύθι)















Κάπου ανάμεσα στα γερασμένα δέντρα ενός δάσους ζούσαν δυο φιόροι ο Ανάγερτος και η Ευθαλία. Ήταν μεγέθους πολύ μικρού και είχαν ένα κλωνί που το χρώμα του θύμιζε εκείνο της θάλασσας κοντά στα βράχια. Και τέσσερις φορές το χρόνο άλλαζε χροιά των φύλλων τους το κίτρινο. Το χειμώνα έπαιρνε ένα παράξενο διάφανο, το καλοκαίρι γινόταν σχεδόν πορτοκαλένιο, το φθινόπωρο ένα απαλό καφετί. Ενώ την άνοιξη θα τύφλωνε και την πιο έμπειρη μέλισσα το τόσο φούντωμα του. Ζούσαν μόνοι και ολημερίς καταριόταν τα έντομα και τον άνεμο που μακριά έπαιρναν τα παιδιά τους κάθε άνοιξη. Γνώριζαν πως σε γωνιές διάφορες του δάσους είχαν δικά τους παιδιά όμως οι ρίζες δεν τους επέτρεπαν να πάνε να τα βρουν.
Ευθαλία: Πλησιάζει πάλι η άνοιξη και φέτος δεν ξέρω αν θα τ’ αντέξω. Και είναι και τούτα τα μυρμήγκια με την επιμονή τους να κουβαλάνε κάθε λογής πραμάτεια πάνω μου.
Ανάγερτος: Αν είχα χέρια καλή μου θα 'φτιαχνα ένα χωμάτινο σπιτάκι και κανείς μήτε μέλισσα μήτε άνεμος μήτε μέρμηγκας θα τα 'βαζε μαζί σου. Μόνο που έχω ριζώσει εδώ να υπομένω την βολή του καθενός κινούμενου.
Ευθαλία: Όπου να 'ναι θα φανούν και οι μέλισσες έχεις κιτρινίσει τόσο και αυτή τη φορά στο λεω θα κλείσω τα πέταλα μου και ας είναι να σκάσω.
Ανάγερτος: Μη μιλάς έτσι καλή μου δεν είναι άδικος ο Θεός και να δεις που τόσο καιρό μας έχει σε δοκιμή βάλει να δει αν τον πιστεύουμε. Και αυτά που σου 'λεγε πέρσι εκείνη η ακρίδα θαρρώ δεν ήταν ψέματα.
Ευθαλία: Τι; πως είναι σπάνιο τα χρώμα μας και πως σαν εμάς άλλους φιόρους όλο το δάσος δεν έχει, εγώ λεω πως είναι αυτή η ομορφιά μας που μας κάμωσε τέτοια μοίρα.
Ανάγερτος: Ακούμε γλυκιά μου το ξέρω πόσο πονά μα θέλει δύναμη και πίστη το είχε πει και η γριά η δάφνη λίγο πριν την πεθάνει εκείνο τ’ αγριοκάτσικο. Και η δάφνη όμορφη πολύ δεν ήταν, μα γνώση σαν τη δική της μόνο ο πεύκος λενε πως έχει.
Ευθαλία: Αχ η καλή μας η δάφνη θυμάμαι που μας μιλούσε με τις ώρες εκείνες τις καλοκαιρινές βραδιές. Πάντα καλοσυνάτη και με εκείνο το αχνό χαμόγελο. Πόσους μύθους και μαγικά γνώριζε. Πόσο μου έχει λείψει...
Ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Ευθαλία θυμήθηκε μιαν από τις ιστορίες την γριάς δάφνης.
Ευθαλία: Μόλις τώρα μου ήρθε στο νου, εκείνη η ιστορία της δάφνης με την πεταλούδα που ’χει χίλια χρώματα στο ’να της φτερό και χίλια δυο στο άλλο.
Ανάγερτος: Ναι την θυμάμαι, όχι πως μπορώ να το πιστέψω μόνο που και αλήθεια να είναι θα είναι πολύ μακριά από εδώ αυτή η πεταλούδα.
Η γριά δάφνη τους είχε μιλήσει για μια σπάνιας ομορφιάς και είδους πεταλούδα που έρχεται από μέρη πολύ μακρινά και περνά από το δάσος μια φορά στα δέκα χρόνια . Τους είχε πει πως όποιο λουλούδι διαλέξει για να ξαποστάσει αυτό γεννά χέρια και άνθρωπος γίνεται.
Ευθαλία: Eγώ καλέ μου Ανάγερτε τα υπολόγισα καταπώς η δάφνη είχε πει φέτος πρέπει να περάσει από το δάσος μας. Αχ και να καθόταν πάνω μας Θεέ μου!
Ανάγερτος: Θα πρέπει να την καλοπιάσουμε με τα χρώματά μας να μας διαλέξει όμως δεν την έχουμε ποτέ δει και πως θα την γνωρίσουμε ανάμεσα σε τόσες; Μα πάλι δεν μπορώ να το πιστέψω.
Ευθαλία: Θέλει πίστη θεέ μου θέλει πίστη...
Ενώ οι μέρες περνούσαν η πίστη της Ευθαλίας δυνάμωνε και του Ανάγερτου ίσχνευε. Η άνοιξη είχε φτάσει στο τέλος της και τα χρώματα τους είχαν αρχίσει ήδη να θυμίζουν πορτοκαλί. Και τούτη η πεταλούδα χαρίζει την ζωή λίγο πριν στις αρχές του καλοκαιριού... λίγο πριν πεθάνει.
Ανάγερτος: Έχω στα αλήθεια χρόνια έτσι να σε αντικρίσω με τα πέταλα σου τόσο δοσμένα στον αέρα και το κορμάκι σου τεντωμένο, θαρρώ πως ψήλωσες τούτες τις μέρες. Να 'ξερες πόσο σ’ αγαπώ...
Ευθαλία: Κι εγώ σ’ αγαπώ καλέ μου και σου το λεω πως θα περάσει και θα μας δει, έχουμε χρώμα θαμπωτικό και τα φύλλα μας είναι πολύ απαλά θα είναι βολετό για κείνη να καθίσει πάνω μας.
Ήταν τόσο δυνατή η επιθυμία της Ευθαλίας που είχε ξεχάσει τα παιδιά που ο άνεμος και του δάσους τα έντομα τα ’περνάνε μακριά της. Ίσαμε ένα πρωινό όπου η Ευθαλία κουρασμένη από την έκθεση της προηγούμενης μέρας κοιμόταν απαλά ακουμπισμένη στα φύλλα του Ανάγερτου. Ενώ εκείνος, καθώς χαιρόταν την πρωινή δροσιά που κυλούσε πάνω του, την κοιτούσε...Και σκεφτόταν πως είναι τόσο όμορφη αυτό τον καιρό. Δεν βαστούσε να την δει και πάλι να πικραίνεται σαν το όνειρο θα περνούσε. Την στιγμή που οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τρύπωναν μέσα απ’ το κενό της φυλλωσιάς του απέναντι κέδρου και θα ξυπνούσαν την Ευθαλία ο Ανάγερτος ένοιωσε στα πέταλα του ένα φτερούγισμα.
Και τρομαγμένος...
Η Πεταλούδα: Aπό τότε που ξεκίνησα το ταξίδι μου τόσο όμορφο λουλούδι άλλο δεν έχω δει και είπα να καθίσω πάνω σου να ξεκουραστώ. Είμαι πολύ γριά και το καλοκαίρι σχεδόν έφτασε.
Ο Ανάγερτος δεν πρόλαβε να καλημερίσει τον επισκέπτη του όταν ...
Ευθαλία: Μα είναι πάνω σου… ! είναι η πεταλούδα με τα χίλια δυο χρώματα στο ένα της φτερό... αυτή είναι ... τόσα χρώματα !
Και καθώς αυτά  που  γίνονται αμελλητί είναι συχνά και μαγικά η αναπάντεχη μεταμόρφωση έφερε νέα ζωή και θάνατο μαζί…. Η μόλις νεκρή πεταλούδα που δεν είχε προλάβει να ξεκουραστεί, μάλλον γιατί έτσι είναι πιο γλυκύς ο θάνατος ,έπεσε του ζευγαριού καταμεσής και ο Ανάγερτος εφόσον με δάχτυλα πια μπορούσε τα γύρω του να αντιληφθεί , ένοιωσε για πρώτη φορά στο δικό του δέρμα ανθρώπινο άγγιγμα  τι παει να πει…
Ανάγερτος: Θεέ μου πόσο μεγάλωσα πόσο ζεστός είμαι …
Στα γυμνά του γόνατα έβαλε λοιπόν να καθαρίσει την Ευθαλία του από τα μυρμήγκια και τα άλλα μικρά ζωντανά που σκαρφάλωναν στο κορμάκι της. Ήταν όμορφη της το έλεγε μα εκείνη που να ακούσει, ζώα και φυτά μιλάνε μεταξύ τους μάλλον γιατί ξέρει καλά να τα κρατά τα μυστικά του ο Θεός από τον άνθρωπο. Ήταν μόνος και τώρα τον ενοχλούσαν στων ποδιών τα δάκτυλα τα άγρια χόρτα που παλιά με τις ώρες τα συμβούλευε να “ημερέψουν”. Έτσι έβαλε να ψάξει τα παιδιά του κι αφού ούτε από κείνα μιλιά δεν πήρε έκατσε να πεθάνει ανάμεσα στην Ευθαλία του και τα άγρια χόρτα σαν τον πρώτο άνθρωπο που έμαθε την γλώσσα των φυτών και των ζωών.
Όμως θάνατο με τέτοιο γλυκό χαμόγελο κανείς μας δεν έχει ποτέ δει. Τόσο καλά κρυμμένο είναι  μάλλον το μυστικό της ευτυχίας που χρειάζεται κανείς να διώξει την ίδια του την φύση για να το γευθεί έστω μιά φορά...


Γιώργος Κουτσαντώνης
( Για τη δημοσίευση του υπέροχου αυτού παραμυθιού, αφορμή στάθηκε η εύλογη απορία καλών μου φίλων , σχετικά με την ονομασία του blog ως “ανάγερτος”.     Έτσι λοιπόν όπως καταλάβατε, η ονομασία προέρχεται από το όνομα του γλυκύτατου πουλιού στο υπέροχο αυτό παραμύθι του   Γ. Κουτσαντώνη.          Ετυμολογικά τώρα, χωρίς βέβαια αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, σημαίνει  "ο ελαφρά γερμένος προς τα πίσω ή προς το πλάι" )


Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Χαρταετοί











Η ιστορία του χαρταετού ξεκινάει από την αρχαία Κίνα,πριν από περίπου 2.400 χρόνια ζωής. Το υλικό κατασκευής των αετών αυτών δεν ήταν πάντα το χαρτί. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε κείμενο του 4ου π.Χ. αιώνα καταγράφεται ότι κάποιος Κουνγκσού Φαν κατασκεύασε ένα «ξύλινο πουλί» που πέταγε τρεις μέρες συνεχώς.

Οι λαοί της Ανατολής χρησιμοποιούσαν τους (χαρτ)αετούς σε μαγικές τελετές, θρησκευτικές εκδηλώσεις και ενέργειες εξορκισμού του κακού. Πολλοί έδεναν πάνω τους μικρά χαρτάκια, πάνω στα οποία έγραφαν τις αρρώστιες και τις συμφορές τους και τις άφηναν να φύγουν μακριά, ενώ άλλοι έστελναν προς τον ουρανό τις ευχές και τις επιθυμίες τους για να εισακουστούν. Κάποιοι προσάρμοζαν μικρές φλογέρες στο κεφάλι του αετού, για να σφυρίζουν και να διώχνουν τα κακά πνεύματα, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που ύψωναν ομαδικά τους αετούς, σαν προσευχή στον ουρανό, κι έψαλλαν ύμνους.

Το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο στην ιστορία του χαρταετού είναι η χρήση του για στρατιωτικούς σκοπούς. Στην Κίνα κατασκευάζονταν αετοί που σήκωναν ανθρώπους, με σκοπό να χρησιμεύσουν σαν …εναέρια παρατηρητήρια.
Οι χαρταετοί χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο Βορείων και Νοτίων για να μεταφέρουν γράμματα κι εφημερίδες.
τα παιδιά πλουσίων οικογενειών της Ευρώπης, που διέθεταν χαρτί (είδος μεγάλης πολυτέλειας), άρχισαν πρώτα τη χρήση του παιγνιδιού "αετού", όπως το βλέπουμε από τον 17ο αιώνα.
Από την Απω Ανατολή ήρθε ο χαρταετός και στην Ελλάδα, πιάνοντας πρώτα τα λιμάνια της Ανατολής (Σμύρνη, Χίο, Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, έπειτα της Σύρας και των Πατρών, και σιγά-σιγά όλα τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε να αγοραστεί σπάγκος και χρωματιστό χαρτί.
Τα παιδιά στην ύπαιθρο είδαν τα παιδιά των πόλεων στις εκδρομές τους και τα μιμήθηκαν, με πρόχειρα μέσα: ένα κομμάτι χαρτί του μπακάλη (που όμως ήταν βαρύ), ένα φύλλο από τετράδιο του σχολείου, καθώς και νήμα από κουβάρι.
 (από το blogΦωνή βοώντος”)