Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

και λεγόμαστε άνθρωποι…




















Η βραβευμένη με Βραβείο Πούλιτζερ φωτογραφία του Κέβιν Κάρτερ, από το λιμό του 1994 στο Σουδάν.
Παρουσιάζει ένα παιδάκι, θύμα του λιμού, ακολουθούμενο από πουλί αρπακτικό.


Tραγική φωτογραφία ομολογουμένως...αποτυπώνει την απανθρωπιά, τη σκληρότητα, τον κυνισμό των ισχυρών προς τους αδύνατους αυτής της γης...τη φαυλότητά και αποκτήνωσή τους μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και τη δυστυχία..
το μεγάλο ερώτημα είναι: εμείς τι κάνουμε; κοιτάμε με σφίξιμο ψυχής την απόλυτη ανθρώπινη δυστυχία, σαν... μια από τις χιλιάδες εικόνες που μας βομβαρδίζουν καθημερινά ή κάνουμε κάτι γι' αυτό; μπορούμε να κάνουμε κάτι; ναι ή όχι.. Άποψή μου πως και μπορούμε και πως πρέπει να κάνουμε κάτι. Να δράσουμε… μέσα από πρωτοβουλίες κινητοποίησης του κόσμου, να φωνάξουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να κινηθούμε, να σηκωθούμε από τη βολή μας, τον καναπέ μας, να κλείσουμε τις τηλεοράσεις μας, χαρίζοντάς τους τον ψεύτικο παράδεισο που μας μοστράρουν οι επιστήμονες του αποπροσανατολισμού και της αποχαύνωσης. Να δράσουμε, για να δείξουμε σ' αυτούς που πειραματίζονται πάνω στον έλεγχο της βούλησής μας, ότι δεν έχουμε ακόμα μεταλλαχθεί εντελώς· πως παρόλες τις προσπάθειές τους για αποκτήνωσή μας, παραμένουμε ακόμη άνθρωποι· για να δείξουμε σ' εμάς, να αποδείξουμε στους εαυτούς μας πως είμαστε ακόμη ζωντανοί και όχι ζωντανοί νεκροί όπως μας θέλουν · να δείξουμε τέλος, πως τουλάχιστον το πνεύμα μας δεν μπορούν να το σκοτώσουν, γιατί η ανύψωση της ψυχής προς την ελευθερία και την περηφάνια γίνεται όταν πολεμάς ακόμη και για μιαν υπόθεση που την ξέρεις χαμένη...

ανάγερτος



Η φωτογραφία έχει αναρτηθεί από την φίλη μου Μάρη Τσαμακίδου Παπαποστόλου στην σελίδα της στο f/b, έχει δε σχολιασθεί από εμένα με τις ίδιες ακριβώς σκέψεις.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ Μάρη για το έναυσμα που μου έδωσες…

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Μοναχικότητα, μοναξιά, χαρά και χιούμορ

















Ας ξεχωρίσουμε πρώτα τη χαρά από το χιούμορ· τη μοναχικότητα από τη μοναξιά.
Άλλο χιούμορ άλλο χαρά...χαρά είναι κάθε τι θετικό, καθετί δημιουργικό που παίρνουμε από τους γύρω μας, από τη φύση, απ' τη δημιουργικότητά μας...χιούμορ είναι στάση ζωής, τρόπος αντιμετώπισης καταστάσεων.
Δε σημαίνει ότι όποιος έχει χιούμορ είναι αναίσθητος· έχει κι αυτός δικαίωμα στη λύπη...δυστυχώς η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές. Μπορεί όμως μέσα από τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό του να βρει διέξοδο...να μη χαθεί
Όσο για τη μοναχικότητα και τη μοναξιά...η μοναχικότητα είναι βασικά ζωή, καθότι περικλείει τη δημιουργία, είναι στάση ζωής άσχετα αν μέσα της περικλείει ψήγματα μοναξιάς…ενώ μοναξιά, ιδιαίτερα η απόλυτη μοναξιά είναι έλλειψη δημιουργίας, είναι «πνίξιμο», «πληγή», «μαράζι».Δεν υπάρχει ζωή είναι μόνο «θάνατος»
Έτσι’  το χιούμορ δεν αποκλείει μήτε τη χαρά μήτε τη μοναχικότητα
Η χαρά, το χιούμορ, η μοναχικότητα μπορούν να ζήσουν μαζί
Αντίθετα’  η χαρά, το χιούμορ, η μοναξιά δεν μπορούν να συνυπάρξουν· κι αν αυτό κάποτε συμβεί θα γίνει στην κόψη της λεπίδας όπως ο θάνατος με τη ζωή
Η μοναχικότητα μόνο μπορεί να κάνει παρέα στη μοναξιά, όπως ένας απρόσμενος νυχτερινός επισκέπτης που βιαζόμαστε να φύγει γιατί παραβίασε τη”μοναξιά” μας…

ανάγερτος



( Αφορμή για τις πιο πάνω σκέψεις μου δόθηκε από έναν  σχολιασμό μου σ’ ένα παρόμοιο ερώτημα που διατυπώθηκε στο διαδίκτυο)

Η καρύδα


















Όλη τη ζωή μου έζησα σε μια καρύδα.. Δεν είναι σπουδαίος τόπος να ζει κανείς;
Ήταν στενάχωρα και σκοτεινά ιδιαίτερα το πρωί που έπρεπε να ξυριστώ. Εκείνο όμως που μ’ ενοχλούσε πιο πολύ ήταν η έλλειψη επαφής με τον έξω κόσμο. Αν κανένας δεν έβρισκε την καρύδα και δεν αποφάσιζε να την σπάσει, ήμουνα καταδικασμένος να ζήσω όλη μου τη ζωή μέσα σε μια καρύδα. Ίσως και να πεθάνω εκεί.
Πέθανα μέσα σ’ αυτή την καρύδα. Κανά δυο χρόνια αργότερα κάποιοι βρήκαν την καρύδα και την έσπασαν και
 με βρήκαν μέσα ζαρωμένο και ξεραμένο. «Τι κρίμα», είπαν, «αν τον βρίσκαμε πιο νωρίς, ίσως να μπορούσαμε να τον σώσουμε. Ίσως να υπήρχαν κι άλλοι κλεισμένοι έτσι σαν κι αυτόν».
Άρχισαν λοιπόν να τριγυρίζουν και να σπάνε όλες τις καρύδες. Ήταν ανώφελο όμως. Ήταν χωρίς νόημα. Ήταν χαμένος καιρός. Άνθρωποι που αποφασίζουν να ζήσουνε μέσα σε μια καρύδα, τέτοιοι τρελοί υπάρχουν μόνο ένας στο εκατομμύριο. Γιατί βλέπετε, δεν μπορούσα να τους πω πως έχω έναν αδερφό που ζει μέσα σ’ένα βελανίδι…



Λέο Μπουσκάλια       "Να ζεις, ν'αγαπάς και να μαθαίνεις"

Γιώργος Κυρήκου


Ο άγνωστος Ήρωας που κάηκε το 1993 στη φωτιά της Ικαρίας 

Mια ιστορία που αξίζει να διαβάσετε...

 




Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του '73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι' αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.
Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος.
Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους.
Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του '73 στο Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι' αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.
Η περίπτωση που παρουσιάζει «Το Βήμα», του Γιώργου Κηρύκου, ενός ανθρώπου που πρωτοστάτησε στην εξέγερση, βασανίστηκε στα κρατητήρια της ΕΣΑ και ύστερα φρόντισε να μην «πουλήσει» τίποτε από τις «ημέρες της επανάστασης», είναι συμβολική. Και η ζωή του, η κατοπινή θυσία του, δείγμα της αντίληψής του.
Της γενιάς των «αντιηρώων» του Πολυτεχνείου...
Ο προβολέας του τεθωρακισμένου που στεκόταν μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου εκείνο το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ήταν ο μόνος που φώτισε το πρόσωπό του. Εκείνη τη νύχτα, μα και τα επόμενα χρόνια...
Η στεντόρεια κραυγή «όχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» τη στιγμή που ανέμιζε την ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου το μοναδικό άκουσμα της ύπαρξής του. Η πρώτη και η τελευταία «δήλωση» ως το απροσδόκητο τέλος...
Το καρέ στο περιώνυμο φιλμ της εισβολής του τεθωρακισμένου στο Πολυτεχνείο, όπου διακρίνεται να καταρρέει και να χάνεται δίπλα από τις ερπύστριες του τανκ, ήταν το τελευταίο που ήθελε να αποτυπώνεται η παρουσία του, ο αγώνας, η προσφορά του. Οπως αυτός τουλάχιστον τη θεωρούσε και τη μετρούσε...

Πιστεύοντας ότι τίποτε δεν χρειαζόταν εξαργύρωση. Μόνο η ίδια του η ζωή χαμένη πάντα σ' ένα παρανάλωμα.

Ο Γιώργος Κηρύκου, ο άνθρωπος που φαίνεται να «καταπίνει» το στρατιωτικό άρμα όταν εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και του οποίου ουδείς γνώριζε για πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα του 1973 το όνομά του, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε, επέλεξε, κάηκε ζωντανός στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993.
Προσπαθώντας να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του.
Είκοσι χρόνια μετά, η νέα, η τελευταία θυσία.
Ο 39χρονος Γιώργος Κηρύκου, ένα από τα πέντε παιδιά μιας φτωχής οικογένειας από τα Λιόσια, είχε επιλέξει τον δρόμο της φωτιάς ως το τέλος.
Σαν εκείνη της ψυχής του, που σιγόκαιε τον Νοέμβριο του '73 για ελευθερία, σαν αυτή που κατέκαιε, που αποψίλωνε, 20 χρόνια μετά, ολόκληρο το νησί...

* Η διαδρομή του αφανούς

Κανένα αρχείο, κανένα βιβλίο δεν κατέγραψε την παρουσία του στο Πολυτεχνείο. Ποτέ κανένας επισήμως δεν έμαθε το όνομα του νεαρού που φαίνεται να πέφτει κάτω από τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου κρατώντας την ελληνική σημαία. Σαν ο ίδιος να ήθελε μ' αυτή την πτώση, το χάσιμό του κάτω από το τανκ να κλείσει τη μικρή «επαναστατική» του ιστορία.

Σαν να επεδίωκε όλοι αυτοί που «εισέπραξαν» το αντίτιμο της συμμετοχής τους στα γεγονότα του Νοεμβρίου να τον θεωρούν «νεκρό».

Ο Γιώργος Κηρύκου ζούσε όλα αυτά τα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο από τα λίγα λεφτά που έβγαζε από μαθήματα κιθάρας, από κάποιες πρόσκαιρες δουλειές στην Αθήνα και από το μπάρκο του ­ στα τέλη της δεκαετίας του '70 ­ σε γκαζάδικα.

Το όνομά του στον κατάλογο των 13 νεκρών του τραγικού περιστατικού της Ικαρίας, όπου έμενε δίπλα στη μητέρα του για πολλά χρόνια, δεν σήμαινε σε κανέναν τίποτε. Κανένας δεν μπορούσε να γνωρίζει το τερτίπι της μοίρας. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των φοιτητών η ίδια που καθόριζε όλες τις επιλογές του, ακόμη και τη μοιραία, την τελευταία. Δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, παρά μόνο σε λίγους συγγενείς και φίλους, να γνωρίζει, να θρηνήσει, να καταλάβει.

Να γνωρίζει την ιστορία του ήρωα δίχως ταυτότητα. Του συμβόλου της «άγνωστης» γενιάς του Πολυτεχνείου.

Ο πατέρας του Γιώργου, που δούλευε σε μια χαρτοβιομηχανία, πέθανε το 1970 από πνευμονία στέλνοντάς τον από τα 16 χρόνια του στον αγώνα για το μεροκάματο. Η μάνα του έφυγε για την Ικαρία όπου ήταν το πατρικό της σπίτι και ο Γιώργος για να βοηθήσει όλους δούλευε σε οικοδομές, ελαιοχρωματιστής, κλητήρας σε διάφορες εταιρείες. Μόνο αποκούμπι η κιθάρα του, οι μπαλάντες που δημιουργούσε και τραγουδούσε στον λίγο ελεύθερο χρόνο του.

«Ο Γιώργος το μόνο που ήξερε ήταν να αγωνίζεται. Με τον πιο αγνό τρόπο. Για τα ιδανικά του. Χωρίς να πουλάει τίποτε» θυμάται η αδελφή του Κωνσταντίνα, που εξακολουθεί να ζει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Το άλλο κορίτσι, η Ολγα, ζει στην Πετρούπολη, ο ένας αδελφός του, ο Θόδωρος, στο Μενίδι και ο Φώτης μόνιμα στην Αυστραλία.

Ο αγώνας για την ελευθερία μα και η αγάπη του για μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο.

«Τον θυμάμαι συνέχεια πάνω στην πύλη, να κρατάει τη σημαία, να φωνάζει συνθήματα. Ηταν με μια παρέα φίλων από την Ικαρία και γειτονόπουλων από τα Λιόσια. Δεν ήταν στο μπλοκ των φοιτητών, δεν γνώριζε κανέναν, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι μαχητικός, να παρασέρνει τους υπόλοιπους» ξαναφέρνει στη μνήμη της η Θάλεια Φράγκου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΟΕΕ, που καταγόταν από την Ικαρία και ήξερε τον Γιώργο.

Ο Γιώργος Κηρύκου κατέρρευσε μπροστά στα μάτια της. Εκείνη στεκόταν λίγα βήματα πιο πίσω. Χαθήκανε. Η Θάλεια οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα του Γκύζη και βασανίστηκε. Ο Γιώργος κρατήθηκε ένα μήνα στο ΚΕΒΟΠ και στην ΕΣΑ, όπου ξυλοκοπήθηκε δίχως έλεος.

«Δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Οταν πήγαμε στο Χαϊδάρι, μας είπαν ότι δεν είχαν κανένα κρατούμενο με το όνομα αυτό. Οταν ήλθε σπίτι μας, τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Τον χτυπούσαν με δύναμη στο στομάχι και αυτό του δημιούργησε χρόνιο πρόβλημα υγείας. Το στομάχι του τον βασάνιζε ως το τέλος» θυμάται με δυσκολία και με πνιγμένη φωνή η μητέρα του κυρία Χρύσα Κηρύκου.

Ο Γιώργος μόλις συνήλθε γύρισε στη δουλειά. Ποτέ δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε, να αναδείξει τον ρόλο του στα γεγονότα του Νοέμβρη. Ποτέ δεν πέρασε από το «γκισέ» της δημοσιότητας να εισπράξει κάτι.

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και δεν εμφανίζονται πουθενά. Τον Κηρύκου δεν τον ήξερα, ούτε ότι ήταν αυτός που έπεσε μπροστά στο τανκ. Δεν ήξερα ποιο ήταν αυτό το άτομο. Στο βιβλίο μου υπάρχουν πολλά κενά...» αναφέρει ο κ. Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Πολυτεχνείου» όπου συγκεντρώνει πληροφορίες από τα πάσης φύσεως αρχεία και έχει κατάλογο χιλιάδων συμμετεχόντων στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973.

* Ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία

Στα τέλη της δεκαετίας του '70 ο Γιώργος, αφού τελείωσε το στρατιωτικό του, μπαρκάρισε. Το καράβι έπιανε σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής. Στη Νέα Υόρκη γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκαν και έμεινε εκεί ως το 1983. Επαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας και ζούσαν ανεκτά. Απέκτησε και έναν γιο. Προσπάθησε να έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όμως η γυναίκα του επέστρεψε γρήγορα πίσω, μαζί με το παιδί του. Δούλεψε σε μερικά μπαρ της Αθήνας αλλά τον περισσότερο καιρό έμενε στην Ικαρία, μαζί με τη μητέρα του. Στο νησί παρέδιδε με ελάχιστο αντίτιμο μαθήματα κιθάρας. Οι μαθητές, λόγω του λυρισμού, της γλυκιάς φωνής του, τον φώναζαν «Αλμπάνο». Εμοιαζε και λίγο στον ιταλό τραγουδιστή. Για το Πολυτεχνείο, για την εξέγερση, για την εισβολή του τανκ, για ό,τι ακολούθησε μιλούσε πλέον σπάνια.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε φωτιά στην Ικαρία, που ο Γιώργος Κηρύκου έτρεχε πρώτος για να βοηθήσει. Ετσι και εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Οταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευθεί τέσσερις γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους άρπαξαν στα χέρια και τους μετέφεραν σε άλλο μέρος. Πίστεψαν ότι ήσαν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε ξαφνικά και η φωτιά ήλθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν. Προσπάθησαν να σώσουν τους γέροντες. Κάηκαν όλοι.

Τα τρία παιδιά τιμήθηκαν από την Ακαδημία για την αυτοθυσία τους.

«Οχι αδέλφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».

Το ανέμισμα της σημαίας, το μάγκωμα της ερπύστριας δίπλα από το κορμί του, τα βογκητά από τον ξυλοδαρμό, τα λόγια της δικής τους γενιάς στο ικαριώτικο καφενείο, η γλυκιά μελωδία της μπαλάντας του, το πύρινο αγκάλιασμα, το τέλος, η παντοτινή σιωπή.
Β. Γ. Λαμπρόπουλος( Το Βήμα) (http://www.nikaria.gr/story26-462.html)



Αναδημοσίευση από:  http://aegaio.blogspot.com/2009/11/1993.html






Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

17 Νοέμβρη…






Θλίβομαι πολύ αυτή τη μέρα, μέρα μεγαλοσύνης της ψυχής ενός ολόκληρου λαού και πρώτιστα της νεολαίας…και θλίβομαι γιατί αυτό το πιο ζωντανό κύτταρο του λαού, η γενιά αυτή,
απέτυχε στα χρόνια που ακολούθησαν να διαχειριστεί σωστά την τύχη αυτής της χώρας με τα γνωστά αποτελέσματα....θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία και αποδείξαμε για μία ακόμη φορά πως την
έχουμε…όπως επίσης αποδείξαμε για μια ακόμη φορά πως δεν γνωρίζουμε να διαχειριστούμε την ελευθερία μας...Αυτό όμως που τιμούμε και πρέπει να τιμούμε Αύριο είναι η αρετή, η τόλμη και το ασίγαστο πάθος του λαού αυτού για την ελευθερία του....με την γλυκιά προσμονή πως μέσα από την παιδεία μας θα μπορέσουμε να πετύχουμε και τη διαχείριση του μεγάλου αυτού αγαθού...

Kι ας μην ξεχνούμε τούτο:
H διαχείριση της ελευθερίας μας είτε μας λυτρώνει είτε μας σκλαβώνει



ανάγερτος

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Θα΄θελα να'μουν εκεί…


Θα΄θελα να'μουν εκεί…
μα μένω εδώ














Θα΄θελα να'μουν εκεί στο πράσινο νησί μου
να επινοώ ένα κόσμο γεμάτο με φίλους.
Θα'θελα να'μουν εκεί
για να μην πρέπει να υπερασπίζομαι
πάντα, μέρα με την μέρα
το δικαίωμα για ζωή.
Θα'θελα να'μουν εκεί
μα μένω εδώ και αναμένω
γιατί και δώ αύριο κάτι μπορεί ν'αλλάξει.


 Luigi Tenco

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Η αγάπη είναι μια υπέροχη κακοτοπιά.


Η αγάπη είναι μια υπέροχη κακοτοπιά.
Όσοι βάλθηκαν να την εξερευνήσουν.
Δεν επέστρεψαν ποτέ.
Καλή τους ώρα!










Οδυσσέα
s  Ελύτηs


Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Υπάρχει λύση πάντα



Κι αν είναι οι δρόμοι μας
κλειστοί
υπάρχει λύση πάντα
Υπάρχουν και παράδρομοι
υπάρχουν και χωράφια
Γι’ αυτό
μην κλαις τα ταπεινά, τα ψεύτικα,
τραγούδα τις αλήθειες…

 ανάγερτος
 



Έχω κάτι διάφανο να πω...


Προς  “διοικούντες”





"Έχω κάτι διάφανο να πω Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου" (Ελύτης)


Η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι δύο από τις κύριες αρχές πάνω στις οποίες  γαλουχήθηκα και προσπάθησα να πορευτώ εως τα τώρα, με όλες τις δυσκολίες και βέβαια όλες τις συνέπειες. Και ομολογουμένως ήτανε πολλές.
Ίσως  γνωρίζετε και σεις μερικές!
Γιατί τα λέω τώρα αυτά;
Μα για να καταστήσω σαφές πως,  η μη μαχητική εως τώρα διεκδίκησή τους εκ μέρους μου δεν συνιστά σε τίποτα, μα σε τίποτα, αδυναμία.
Αυταπατάται όποιος πιστεύει το αντίθετο.
Απλά, συνιστά μια ηθελημένη θυσία στον βωμό της οικογενειακής, κοινωνικής, ψυχικής ηρεμίας, παράλληλα με το τέστ αντοχής που υποβάλλω τον εαυτό μου απέναντι σ’ αυτή την κατρακύλα.
Μέχρι τότε όμως, μη με προκαλείτε και με άλλες ανόητες ενέργειές σας. Αφήστε με να ολοκληρώσω το τέστ που κάνω, σας παρακαλώ  μην το διακόψετε βίαια. Και κάτι ακόμα…
“Αυταπάτη η διοίκηση δίχως  “αίσθημα δικαιοσύνης”


 ανάγερτος

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Η καλοσύνη ενός ανθρώπου...





 









Η καλοσύνη ενός ανθρώπου μετριέται
από τα λόγια που λέει σ’ ένα σκυλί
όταν αναγκάζεται να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι
καταμεσής μιας χειμωνιάτικης νύχτας
γιατί κάποιο βρομόσκυλο γαβγίζει συνεχώς∙

και πάει ν’ ανοίξει την πόρτα
με τη φανέλα και το σώβρακο
κι εκεί στη χιλιοσκαμμένη αλάνα
που την αποκαλούν μπροστινό γήπεδο
βρίσκει τον κόπρο με την πατούσα

σηκωμένη όλο προσδοκία
και με μια έκφραση που λέει Δόξα τω Θεώ
για μια στιγμή νόμισα
πως μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος
σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη




Πατ Μπόραν




Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

“Σβησμένες όλες οι φωτιές” γ´

Παραμύθι χωρίς όνομα














Με αποσπάσματα από το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα θα ολοκληρώσω το τελευταίο μέρος της τριλογίας μου “Σβησμένες όλες οι φωτιές”.
Καταπιάστηκα δε μ’ αυτό το θέμα, για να καταδείξω πως αποτύπωσαν στις αρχές του 20ου αιώνα δύο μεγάλοι της ελληνικής διανόησης, ο Κωστής Παλαμάς και η Πηνελόπη Δέλτα, τις συνθήκες, τα αίτια και τα αποτελέσματα της κρίσης που έπληξε τη χώρα μας στα τέλη του 19ου αιώνα… κρίσης με πάρα πολλά κοινά με την σημερινή, σε όλα σχεδόν τα επίπεδα.
Η σωστή και σε βάθος ανάλυση από τον καθέναν μας, ίσως φωτίσει γνωστές και άγνωστες πτυχές  των αιτίων που οδήγησαν τη χώρα μας δυό φορές στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική εξαθλίωση και ίσως λειτουργήσει ως αποτρεπτικός φάρος για το μέλλον…

«Παραμύθι χωρίς όνομα»

Η ανικανότητα του βασιλιά Αστόχαστου τον έχει κάνει έρμαιο μιας κλίκας παλατιανών  και έχει οδηγήσει τη χώρα των Μοιρολατρών στην καταστροφή και την ερήμωση. Όταν τα πράγματα σφίγγουν, όταν όλοι οι βασιλικοί θησαυροί έχουν ξεπουληθεί ή κλαπεί από τους αυλικούς και το Παλάτι κινδυνεύει να μείνει χωρίς τροφή, το Βασιλόπουλο αναγκάζεται να βγει στη χώρα και να διαπιστώσει με τα μάτια του την έκταση της καταστροφής: ερημωμένα χωράφια, ανεργία για τους πολλούς, μετανάστευση για αρκετούς, φόβος για τους κλέφτες που λυμαίνονται τη χώρα. Οι λίγοι ικανοί και αυτοαπασχολούμενοι που επιβιώνουν ακόμη κουτσά-στραβά, φοβούνται να μιλήσουν για να μη βρούν τον μπελά τους από τους διεφθαρμένους δικαστές και αξιωματούχους του Παλατιού. Αλλά λίγο-λίγο, το Βασιλόπουλο καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους κι αρχίζει να λύνεται η γλώσσα τους…

….Για τον στρατηγό Μασκαρόπουλο ρωτάς;
Έκανε εκείνο που κάνουν όλοι στο παλάτι. Είχε στα χέρια του τις αποθήκες του στρατού και τις άδειασε. Σαν πούλησε τα όπλα, τις σκηνές και τις φορεσιές, έκανε περιουσία κι έφυγε στα ξένα, χωρίς καν να το νοιώσει ο Αφέντης. Και οι πέτρες τα ξέρουν αυτά που σου λέω.
---Τι να σου κάνει κι ο Βασιλιάς, είπε το Βασιλόπουλο, σαν δεν έχει παρά κλέφτες και κατεργάρηδες γύρω του;
---Ας φρόντιζε να γνωρίσει τους υπαλλήλους του πριν τους εμπιστευθεί τα συμφέροντα του κράτους, είπε με θυμό ο πρωτομάστορας. Και σαν έβγαιναν μπερμπάντηδες, ας τους τιμωρούσε. Μα πότε νοιάστηκε; Έπειτα, μας τρώγει κι εμάς η πονοψυχιά. Πως να τιμωρήσεις κλέφτη ή προδότη ή όποιον άλλο ασυνείδητο; “Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο” σου λένε, “γιατί να καταστραφεί; Τόσοι άλλοι κάνουν χειρότερα!” Και πάει λέγοντας…Και μόνο οι τίμιοι δεν βρίσκουν εδώ ψωμί.
………..
………….
Kαθώς ο γειτονικός βασιλιάς ετοιμάζεται να επιτεθεί, το Βασιλόπουλο συνειδητοποιεί με απόγνωση ότι η χώρα του βρίσκεται σε κατάρρευση κι ότι ο στρατός της έχει λιποτακτήσει:
---Ο Βασιλιάς επλήρωνε στρατό, είπε με πίκρα, και οι στρατιώτες γίνονταν μάγειροι ή κλέφτες και φονιάδες. Και τα φλουριά πήγαιναν στην τσέπη των κατεργάρηδων, και οι αρχιστράτηγοι πουλούσαν τα όπλα, και οι στόλαρχοι ρήμαζαν το ναύσταθμο και έσπαγαν τα καράβια για να κλέψουν λίγο σίδερο…Άραγε, αξίζει να εργαστώ για τέτοιους ανθρώπους, να πονώ για τέτοιο τόπο;”

H απάντηση στην ερώτηση αυτή, η μοναδική που επιβάλλεται σ’ αυτή την περίπτωση, δίνεται από το στόμα της Γνώσης, της αγαπημένης φίλης του Βασιλόπουλου:
“…Ναι”, απάντησε η Γνώση.
Περιφρονείς αυτούς τους ανθρώπους, που είναι λαός σου, γιατί είναι κλέφτες ή δειλοί, ή γιατί δεν έχουν τη δύναμη να παλέψουν ενάντια στη δυστυχία και τη γενική αποχαύνωση. Θέλεις λοιπόν και συ να γίνεις ένα μαζί τους, να παρατήσεις την πάλη από τις πρώτες δυσκολίες, ν’ αφήσεις τη θέση σου και να δειλιάσεις μπροστά στον κόπο και την ευθύνη; Ο λαός σου είναι σαν όλους τους λαούς, ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος. Μα έχει ανάγκη από βοήθεια και διοίκηση…Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα, εκεί πρέπει να μείνουμε. Και σένα, σ’ έβαλε η μοίρα αρχηγό. Μόνο αν κάνεις το καθήκον σου, θα γίνεις ανώτερος από εκείνους που περιφρονείς”.







Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)




Θα συμπληρώσω δε, πως το να κάνει ο καθένας το καθήκον του δεν φτάνει.
Πρέπει να ξαναανακαλύψουμε το «εμείς», την ομορφιά της συλλογικότητας. Δεν θα είναι εύκολο…χρόνια πλύσης εγκεφάλου, για το ποιοι είναι “πετυχημένοι”, όπως και οι αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες, έχουν ευνουχίσει τη συλλογικότητα και φουντώσει τον ατομικισμό.
Είναι όμως η μόνη μας ελπίδα αν θέλουμε να πάψουν κάποτε να είναι Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα.

( Να σημειώσω τέλος, πως η όμορφη αυτή εργασία που μου έδωσε την ευκαιρία να εκφράσω τους προβληματισμούς μου και να σχολιάσω πρόσωπα και καταστασεις ανήκει στον Ν. Πράντζο και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας "θεσσαλία- διαδρομές 24/10/10  " )


Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

μη ποτίζεις μόνο το φρέσκο λιβάδι...


Ω! είναι όμορφο να ποτίζεις τον κήπο
για να δώσεις κουράγιο στο πράσινο!
Να δώσεις νερό στα διψασμένα δέντρα!
Δώσε όσο χρειάζεται και μη ξεχνάς
τους θάμνους στο φράχτη,
ούτε εκείνους που δεν δίνουν καρπούς,
από ταλαιπωρία ή τσιγκουνιά.
Και μη μου ξεχάσεις τα χορτάρια
που βρίσκονται ανάμεσα στα λουλούδια
που διψάνε κι αυτά.
Και μη ποτίζεις μόνο το φρέσκο λιβάδι
ή εκείνο μόνο το ξηρό,
δρόσισε και τη γυμνή γή. 


 
 Μπρέχτ